Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

"Το 10 το καλό"

Σε κοιτώ που με κοιτάς και δεν έχω τίποτα να σου πω. Δεν καταλαβαίνω κιόλας αν περιμένεις να σου πω κάτι. Μα αν περιμένεις δεν έχω τίποτα να σου πω. Μ' αρέσει που δεν κλαίς. Μ' αρέσει και που τα εκλογικεύεις όλα. Τα πράγματα έτσι έχουν, οι επιλογές μας είναι αυτές. Τέλος. Χωρίς τι ωραία που ήταν πριν, χωρίς ευχές να ήταν κάπως αλλιώς. Τα πράγματα έτσι έχουν και οι επιλογές μας είναι μόνο αυτές! Μ΄αρέσει που αν και μου λες τον πόνο σου εγώ χαχανίζω κι εσύ γελάς. Με τρελλαίνει ο τρόπος που μιλάς. Μια ζωή φοβόμουν μη γίνω σαν εσάς, λες. Είσαι μαλάκας, απαντώ.
Το πάθος των ημερών. Και τα ξεφούσκωτα μας μπαλόνια. Κι απλά κοιτάμε. Τα γυαλιστερά στολίδια, τους γρήγορους βηματισμούς, τις γεμάτες σακκούλες. Ο ήλιος σβήνει, ο ήλιος που μας έκαψε και τόσο απωθήσαμε μια ώρα πριν. Εμείς λάμπουμε ακόμα. Με τα άδεια μας μπαλόνια στα μάτια. Θυμάσαι τις ανατολές που ζήσαμε, ρωτώ. Οχι, απαντάς.
Προσμένω την επόμενη.

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

"Χαμόγελα του πριν και χαμόγελα του μετά"



"Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους που χαμογελάνε πολύ, Αντόνιο. Χαμογελούν πολύ αυτοί που έχουν υποφέρει πολύ. Είναι ένας τρόπος να κρύβεσαι κι ένας τρόπος για να ξεχνιέσαι. Εμείς που γελάμε πολύ είναι γιατί έχουμε γνωρίσει τον πόνο. Κανείς δεν είναι τόσο ευτυχισμένος όσο αυτός που έχει υποφέρει, γιατί έχει νοιώσει το βάρος του αέρα και γνωρίζει πως σε κάθε λεπτό υπάρχει η πιθανότητα ενός τέλους. Μέσα σε δευτερόλεπτα ο κόσμος μπορεί να αναποδογυρίσει και η μπάλα της γης να πέσει πάνω σου, και τότε τίποτα πια δεν θα είναι όπως πριν. Γι' αυτό υπάρχουν χαμόγελα του πριν και χαμόγελα του μετά. Υπήρχε ένα χαμόγελο πριν πεθάνει η μητέρα μου κι ένα μετά "
Θλιμμένοι Εραστές, Εουχένια Ρίκο

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Σ΄αγαπώ!


Έχω ίντερνετ μετά από πολλές, πάρα πολλές μέρες. Έχω κουραστεί με αυτή την σύνδεση που την χρυσοπληρώνω και όποτε θυμηθεί δουλεύει. Μα τι περιμένεις μέσα στη μέση του πουθενά που μένω.. Κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δεν πέρασα να διαβάσω κανέναν, δεν ευχήθηκα σε κανένα και δεν ξέρω τι γίνεται στον κόσμο.

Η εβδομάδα μου εμένα πάντως είχε άρωμα, γεύση και χρώμα Anti-Christos. Αυτός ήταν η έγνοια μου, η σκέψη μου, ο λόγος που κοιμόμουν ελάχιστα και θέλω να τον ευχαριστήσω. Να τον ευχαριστήσω για πάρα πολλούς λόγους - έκατσε πάνω, θα του πρήξω τα συκώτια- αλλά κυρίως γιατί με έκανε να αγαπήσω τον κόσμο όλο.

Επίσης θα ήθελα να του πω πώς άμα με το καλό γίνει καλά να ετοιμάσει επιταγές γιατί από το άγχος που πέρασα την Τρίτη για χάρη του γέμισα εξανθήματα και είναι Σάββατο και τα έχω ακόμα, δερματολόγο και κρέμες δεν γλυτώνω, άρα πάει το εκατοστάευρω συν ότι παίζει να μου μείνουν σημάδια. Επιταγή δεύτερη να αγοράσω κονσίλερ για το κλάμα που ρίχνω για χάρη του, που στην ουσία δεν φταίει αυτός αλλά το PMS μου, που με κάνει υπερευαίσθητη, είμαι και που 'μαι, πέντε μέρες οι κύκλοι κάτω από τα μάτια μου υπερδιπλασιαστήκαν, δεν μπαίνουν κι οι φακοί.. άσε, ζω μεγάλο δράμα. Κυρίως όμως απαιτώ λεφτά για ψυχική οδύνη! Το τι λαχτάρα πέρασα δεν μπορώ και δε θέλω να περιγράψω!

Θα ' μαι ευγενική όμως και θα περιμένω να επανέλθει.

Η σκέψη μου είναι συνέχεια μαζί του, οι προσευχές μου όλες γι'αυτόν και παραδόξως -για μένα- τα βλέπω όλα θετικά.

Σ'αγαπώ χαζούλη μου. Να γίνεις γρήγορα καλά!!!!!!!!

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

"δεν επιτρέπονται οι αναμνήσεις"



Εμελαγχόλησα πολύ. Από χθές που πήγα στην Πανεπιστημιούπολη έπεσα σε βαριά κατάθλιψη. Δεν προετοιμάστηκα ψυχολογικά, ίσως κι αυτό. Και μου έπεσε βαρύ. Βαρύ? Τέλος πάντων, αυτό που ένιωσα πατώντας το πόδι μου στη σχολή θετικών επιστημών, ήταν μια ερεθιστική ανατριχίλα που με αναστάτωσε. Προσπαθούσα να μετρήσω τα χρόνια. Και βγαίνουν πολλά. Το μόνο που ακουγόταν στο κτίριο ήταν ο ήχος των τακουνιών μου, να αντηχεί και να συνοδεύει τις αναμνήσεις που τόσο ευλαβικά προσέχω να αποφεύγω καθημερινά. Και τόσo ξεδιάντροπα πετάχτηκαν ξαφνικά. Βρήκα την αίθουσα και κάθισα σταυροπόδι σ΄ένα παγκάκι δίπλα. Με παλάβωσαν οι αφίσες των παρατάξεων, τα τραπεζάκια, τα συνθήματα στους τοίχους, οι ανακοινώσεις, τα αποτελέσματα. Και θυμήθηκα τις αφισοκολλήσεις τα παγωμένα βράδια με την καλύτερη παρέα, το τραπεζάκι που βγάζαμε για χρόνια έξω από τη λέσχη, τα βράδια που περιμέναμε να δούμε την ανατολή του ήλιου στη λίμνη, παρέα με μπύρες και γέλια... "Κι εσύ για την εξέταση?" , με επανέφερε μια φωνή κι αντικρίζω δυό τιρκουάζ μάτια. Θα έκανα πραγματικά τρία λέπτα να απαντήσω. Διαβάζω ένα ηλίθιο βιβλίο αυτό τον καιρό για το πώς να βρει κάποιος τον έρωτα (ο καθένας με τον πόνο του) και μέσα στα πολλά λέει πως πρέπει να είμαστε πάντα και παντού έτοιμοι να τον γνωρίσουμε. Αυτό εσκεφτόμουν τα τρία λεπτά που κοιτούσα αποχαυνωμένη τα τιρκουάζ μάτια, συν ότι καταριόμουν που δεν ακολούθησα τις συμβουλές του βιβλίου και πήγα στις εξετάσεις αχτένιστη, άβαφτη και με γυαλιά της μυωπίας. "Κι εγώ για την εξέταση, λέω, μα μάλλον ήρθαμε πολύ νωρίς." "Ναι, λέει, έχουμε μια ώρα ακόμα, θέλεις να πάμε κάτω για καφέ?" 'Οχι, είπα, προτιμώ να μείνω εδώ." Ήθελα να κάτσω να συνεχίσω την μαζοχιστική μου ονειροπόληση. Την ονειροπόληση μιας ζωής που είναι σαν να έζησε άλλος, χίλια χρόνια πριν.
Ποτέ δεν σκέφτομαι τα περασμένα. Ποτέ δε μου επιτρέπω. Και δεν τα σκέφτομαι γιατί όπου και να πέσω με πονάει. Με πονάει γιατί θα πρέπει να συγκριθούν με το μίζερο τώρα, που δεν γίνεται απολύτως τίποτα. Όταν τότε γίνονταν όλα.
Τέλος. Κοιτάω μπροστά. Πάω και βρίσκω το αγόρι με τα τιρκουάζ μάτια και πιάνουμε κουβέντα, ώσπου μπήκαμε στην εξέταση.
Καταραμένη εξέταση. Κάθε μήνα δίνω εξετάσεις. Ό,τι θέση βγει στέλνω βιογραφικά, κάνω αιτήσεις και κάθομαι και τις εξετάσεις που με καλούν. Συνέχεια δεν έχει η ιστορία. Μέχρι τις εξετάσεις μένω. Ούτε τα αποτελέσματα δεν μαθαίνω. Άρχισα να παίρνω τώρα τελευταία ευχαριστήριες επιστολές από αιτήσεις που έκανα πριν δύο χρόνια κι ούτε καν που τις θυμάμαι.. Με ευχαριστούν για το ενδιαφέρον. Τι να πεις? Τίποτα να μην πεις. Ούτε για το γελοίο γεγονός που εχτές, ας πούμε, έπρεπε να εξεταστώ στα νέα ελληνικά (είμαι φιλόλογος) στα αγγλικά (έχω κάνει μεταπτυχιακό σε αγγλικό πανεπιστήμιο) και στην εκπαίδευση των καθηγητών (το μεταπτυχιακό μου είναι στα παιδαγωγικά). Άσε που απέκτησα τόσην εμπειρία, γιατί οι εξετάσεις είναι όλες ίδιες ή σχεδόν ίδιες κάθε φορά, που κάποιες στιγμές ένιωθα πως έγραφε μόνο του το χέρι μου, χωρίς να σκέφτομαι. Ετρόμαξα προς στιγμή.
Aυτά. Sana sa' eedah στους συναδέλφους μου που αύριο έχουν πρωτοχρονιά και με παίρνει και μένα η μπάλα κι έχω αργία. Και στα δικά μας.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Πόσο πάει το τομάρι μου στην αγορά?

Την ανάρτηση αυτή την γράφω με τα νεύρα μου κουρελιασμένα, αφού έχω έξω από το παράθυρο μου κάμποσα αγόρια που αφήνουν το τρυπάνι και πιάνουν το σφυρί, αφήνουν το σφυρί και πιάνουν το τρυπάνι, φωνάζουν κι ακούνε αραποτραγούδια. Κι αν κάτι δε με χαρακτηρίζει είναι η υπομονή. Είμαι στο τσακ να ανοίξω το παράθυρο και να ξεκινήσω να πνίγω υδρωμένους εργάτες, η αγοροπνίκτισσα, και ναι η εικόνα αυτή με λεπτομέρειες μου πέρασε από το μυαλό πολλές φορές από το πρωί. Για να ξεχαστώ λοιπόν, αφού δουλειά να κάνω δεν έχω, και δε θέλω να γίνω φόνισσα Φραγκογιαννού, θα αναφέρω αυτό που με προβληματίζει τις τελευταίες μέρες.
Πόσο πάει το τομάρι μου στην αγορά? Γιατί κακά τα ψέματα, όσο απαράδεκτο κι αν ακούγεται, είναι δεδομένο πως όλοι μας έχουμε μια τιμή. Όλοι έχουμε κρεμασμένο πάνω μας ένα αόρατο ταμπελάκι με μια τιμή. Μια τιμή η οποία καθορίζεται από μια ποικιλία παραγόντων, όπως είναι η ομορφιά, η εξυπνάδα, το κύρος, το χιούμορ, η δύναμη, το χρήμα, η ευγένεια και δεν ξέρω κι εγώ από τι άλλο. Ενώ λοιπόν νομίζω πως καταλαβαίνω πόσο πάνε οι άνθρωποι γύρω μου, τον εαυτό μου δεν μπορώ να τον κοστολογήσω. Κι αυτό μου δημιουργεί προβλήματα. Με δυσκολεύει να βάλω στόχους και συχνά αποπροσανατολίζομαι. Με δυσκολεύει να καταλάβω ποιά είναι η καλύτερη προσφορά που μπορώ να εξασφαλίσω (!). Με δυσκολεύει γενικά.
Την περασμένη βδομάδα που πίναμε καφέ με τα κορίτσια και τους είπα πόσο μ΄αρέσει κάποιος, με ρώτησαν γιατί δεν κάνω κάτι κι όταν είπα σιγά μην γυρίσει να με κοιτάξει αυτός μου έκαναν θεωρία γιατί να υποτιμώ τόσο τον εαυτό μου. Κι αυτή η υποτίμηση νομίζω πως φαίνεται, είναι γραμμένη στο πρόσωπο μου και όλοι διαβάζουν πως είμαι loser. Και ποιός να θέλει μια loser. Μου έτυχε φέτος δύο φορές να βγω ραντεβού με διαφορετικούς άντρες και το θέμα συζήτησης μας να είναι το ότι δεν έχω αυτοπεποίθηση. Πόσο πολύ μπορεί να φαίνεται? Και πόσο κακό μπορεί να είναι? Δεν ξέρω. Προβληματίζομαι πολύ έντονα αυτές τις μέρες.

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

"Θα πενθώ πάντα - μ' ακούς;"

Έχω πάθει ένα παραλήρημα με το Μονόγραμμα του Ελύτη. Εγώ τον Ελύτη δεν τον ξέρω. Δεν τον μελέτησα ποτέ μου. Τόσα χρόνια στο πανεπιστήμιο και μόνο κάτι μικρές αναφορές κάναμε γι' αυτόν στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δεν ξέρω γιατί. Είναι περίεργο πάντως και κρίμα. Εδώ φάγαμε εξάμηνα ολόκληρα και μελετούσαμε Γιωσέφ Ελιγιά και Ελύτη δεν ακουμπήσαμε. Τον θυμήθηκα σήμερα τον Ελιγιά. Πέρασα από το σπίτι της κυρίας Ρεβέκκας το απόγευμα κι έτσι μου κόλλησε. Ο Ελιγιά έγραφε πολλά ποιήματα για τη Ρεβέκκα, όχι αυτή τη Ρεβέκκα, τη δική του τη Ρεβέκκα πού' τανε ερωτευμένος κι έτσι μου ήρθε στο νου. Άκυροι οι συνειρμοί που κάνω. Περιττή και η αναφορά εδώ, δε νομίζω να τον ξέρει κανείς εκτός κι αν είναι Γιαννιώτης και πάλι παίζεται. Το θέμα είναι ο Ελύτης που εγώ δεν ξέρω και δεν ξέρω γιατί δεν ξέρω. Έπρεπε να ξέρω. Φέτος δίδαξα κιόλας Ελύτη. Κι έτσι έμαθα τα βασικά. Το Μονόγραμμα όμως δεν το ήξερα. Πετύχαινα μερικές φορές αποσπάσματα του σε διάφορα blogs και ενθουσιαζόμουν. Και πήγα και το πήρα σήμερα. Και μαγεύτηκα.

Κι ίσως να ' ναι κι αυτά που νιώθω.
Που δεν είμαι σίγουρη ακόμα.
Κι επηρεάστηκα βαθιά. Κι όλο το βράδυ το μουρμούριζα. Στο όνειρο μου.
Πουθενά δεν πάω, μ'ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ΄ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ΄ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν΄ανθίσει αλλιώς, μ΄ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ΄άλλους καιρούς


Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

1 Δεκεμβρίου, Στάδιο Ελευθέρια



Από μέρες οι μητέρες μου, γιατί ναι έχω δύο, κανόνισαν να πάνε στη συναυλία της Γαλάνης και της Τσαλιγοπούλου και ποιός θα τις έπαιρνε? Το θύμα. Δηλαδή εγώ. Δεν αντέδρασα γιατί από τη μία δεν ήθελα να χάσω τέτοια συναυλία μα από την άλλη το γεγονός ότι θα πήγαινα μαζί τους δε μου ακουγόταν και τόσο καλή ιδέα. Και ήρθα και επιβεβαιώθηκα. Η συναυλία ήταν εξαιρετική μα οι κυρίες, οι μητέρες όχι η Γαλάνη με την Τσαλιγοπούλου, μου σπάσανε τα νεύρα.




Καταρχήν εδιαφωνήσαμε για το πού θα κάτσουμε. Ντε και καλά έπρεπε να καθίσουμε πρώτες πρώτες. -Μα δε βλέπετε πώς οι καρέκλες γράφουν ford? και να επιμένουν -Kαι πού ξέρουν μάνα μου πώς δεν είμαστε της ford? - O κύριος εκεί,να, είναι ο κύριος που φέρνει τη ford, λέτε να μην ξέρει τους υπαλλήλους του? και εδώ έρχομαι και τις πείθω και αναγνωρίζουν πως τελικά δεν πάνε και τόσο χαμένα τα λεφτά που ξοδεύω κάθε μήνα στα περιοδικά. Καθόμαστε λίγο πιο πίσω και ξεκινούν να κουτσομπολεύουν τη κοινοτάρχισσα του χωριού. Που την είδε η μια την Κυριακή στην εκκλησία με την καινούρια της τη νύφη και τι εφορούσε και πώς εκαταδέχτηκε να παντρέψει με αυτήν το γιό της και πάει λέγοντας. Εγώ είχα ήδη φάει ένα κουτί ποπ κορν, ένα κουτί πατατάκια αλάτι ξύδι κι ένα κουτί maltesers. Σημασία δε μου έδιναν, γύριζαν μόνο πού και πού και μου έλεγαν μάνα μου το μωρό μας και τρώει πατατάκια. Εγώ είμαι το μωρό. Άκουγα βέβαια τη συζήτηση τους γιατί παλιά έκανα παρέα με το γιό της κοινοτάρχισσας και με ενδιέφεραν τα νέα. Μετά επιτέλους εβγήκαν στην σκηνή κάτι αγόρια και εχτυπιούνταν. Πολλή χαρά. Φέτος δεν πήγα σε άλλη συναυλία και ενθουσιάστηκα. Ιμάμ Μπαιλντί τέλειοι. Και μετά βγήκε και η Τσαλιγοπούλου. Τι φωνή! Τι τραγούδια! Με όλο μου το πάθος ετραγουδούσα μαζί της κι εξελαρυγγιάστηκα. Ο διπλανός μου, που δεν κατάλαβα γιατί ήρθε, πρέπει να καταριόταν την τύχη του που του 'λαχε κι έκατσε δίπλα μου και τον ξεκούφανα. Από την άλλη ήταν η γκόμενα του που όλο του τριβόταν. Χάιδεψε και να τον χαιδέψεις, πόσο να αντέξει ο ανθρώπος στα 20 λεπτά την πήρε κι έφυγαν. Γύρισε και η μάνα β και μου λέει και πολύ έκατσαν.




Η Τσαλιγοπούλου νομίζω χαλάστηκε που δεν είχε κόσμο. Δεν είχε κόσμο. Ήταν μόνο οι υπάλληλοι των χορηγών εταιριών, ο υπουργός υγείας, εγώ με τις μητέρες μου και κάμποσοι γκέοι. Η συναυλία γινόταν επ' ευκαιρία της παγκόσμιας μέρας κατά του aids. Οι μητέρες εσχολίαζαν το πόσο ελέπτυνε η Τσαλιγοπούλου, τι ωραίο φόρεμα και τι εντυπωσιακό δαχτυλίδι φορούσε. Το δικό μου χτύπημα συνεχιζόταν απτόητο "και κάθε μέρα και κάθε νύχτααα..."




Και μετά βγήκε η Γαλάνη. Πρώτη φορά την άκουσα από κοντά κι εντάξει είναι περιττό να σχολιάσω. Μείναμε και οι τρείς χωριατοπούλες με το στόμα ανοιχτό και οι γκέοι παρακάτω το ίδιο. Η μάνα β γύρισε και μου είπε πώς δεν πρέπει να φορεί σουτιέν. Η Γαλάνη ενθουσιάστηκε με τον Πατσαλίδη. Είπε μας το εκατό φορές. Και τι τυχερή που τον εγνώρισε και τι σπουδαίος πολιτικός που είναι και τι τιμή να την ακούει ο κύριος υπουργός και τι καλά θα ήταν να είχαν και στην Ελλάδα τέτοιους πολιτικούς. Το ίδιο τροπάρι του Μαχαιρίτσα για τον Χριστόφια. Επίσης πρέπει να επονούσε το σβέρκο της γιατί συνέχεια το έπιανε. Εσύγχυσε και τα λόγια σ' ένα τραγούδι που τραγουδούσε με την Τσαλιγοπούλου και έβαλε τα γέλια και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Πολύ χαρούμενος άνθρωπος μου έκανε η Γαλάνη. Το απολάμβανε ρε παιδί μου, δεν το έκανε τυπικά, ούτε διεκπεραιωτικά. Τέτοια εντύπωση μου έδωσε τουλάχιστον.




Γενικά ήταν μαγική η βραδιά. Εκπληκτικά τραγούδια, κορυφαίες φωνές, ο κόσμος τραγουδούσε, χόρευε και γέμισε το στάδιο με μπαλόνια, 6000 μπαλόνια μας έδωσαν και έγινε η ατμόσφαιρα ακόμα πιο μαγική. Μαγική και η συναυλία, μαγικές και οι φωνές, μαγική και η εικόνα όταν αφήσαμε στον ουρανο τα μπαλόνια βγαίνοντας από το στάδιο.. Δηλαδή, ήταν ένα βράδυ όλο μαγεία και χάρη.




Ώσπου εμπήκα στο αυτοκίνητο κι έπρεπε να ακούσω την ανάλυση της βραδιάς από τις μητέρες. Και εκεί καταλαβαίνεις πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνεται ο καθένας το ίδιο γεγονός. Κανένα σχόλιο, ούτε για τις φωνές, ούτε για τα τραγούδια, ούτε για τα μπαλόνια που χάθηκαν μέσα στον ουρανό. Είκοσι λεπτά δρόμου, εβγάλαν συμπέρασμα πως τελικά φορούσε σουτιέν η Γαλάνη. Διότι δεν πολύ κουνιούνταν ενώ σύμφωνα με την ηλικία της θα έπρεπε. Άρα το σουτιέν, δεν ήταν καλό. Δεν τα εκρατούσε στητά ρε παιδί μου και η Γαλάνη είναι του '54, όπως τον παπά σου, σε μένα απευθυνόταν αυτό, οπόταν θα έπρεπε να κουνιούνταν και η μία να λέει δεν της φαίνεται και η άλλη να λέει οχι, επήγε κοντα και της φαίνεται. Και να μην βλέπω τον παπά μου που άσπρισαν τα μαλλιά του, σιγά, γιατί η Νίτσα του Γιώργου φαίνεται συνομήλικη του παπά σου και της Γαλάνης? Η Νίτσα του Γιώργου είναι γκομενάρα. Μα αυτή μάνα μου όλη μέρα γυμνάζεται, είναι και τα γονίδια, είναι και.. επί είκοσι λεπτά αυτό. Πόσα να αντέξω μια γυναίκα? Πόσα?

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Δε "θα ξεκουμπώσω τα φτερά μου από τα χέρια"

Κι αυτό το Σαββατοκυρίακο φρόντισε να μου αποδείξει ότι δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους. Προφανώς και δεν είμαστε όλοι το ίδιο. Και προφανώς δεν σκεφτόματε όλοι το ίδιο. Αποδεικνύεται όμως ότι εγώ δεν έχω την παραμικρή ικανότητα να ψυχολογώ τον κόσμο. Δεν έχω ούτε διαίσθηση, ούτε κατά πως μου φαίνεται, κοινήν αντίληψη. Το μόνο που έχω είναι μια καλοπροαίρετη αντιμετώπιση των ανθρώπων. Τους εμπιστεύομαι όλους. Δε θεωρώ ότι έχω κανέναν λόγο όταν μου λέει κάποιος ότι νιώθει έτσι να πιστεύω πως νιώθει άλλως πως. Και το Σαββατοκυρίακο αυτό ήρθε να μου αποδείξει πως κακώς κάνω.
Μα παρ' όλο που την έπαθα πολλές φορές. Παρ ' όλο που βρέθηκαν πάλι άνθρωποι να με απογοητεύσουν, που δεν περίμενα. Παρ' όλο που βρέθηκαν ξανά άνθρωποι να με ρίξουν απότομα από σύννεφα που αυτοί οι ίδιοι με ανέβασαν. Εγώ την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους αρνούμαι να την χάσω! Έστω κι αν αυτό σημαίνει πως θα τρώ τα μούτρα μου, ξανά και ξανά!

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

"Κάτι με φέρνει, κάτι με παίρνει"

Όση έμπνευση δεν έχω για να γράψω κάτι εδώ άλλη τόση κι ακόμα πιο πολλή έχω για ζωγραφιές. Πολλές ιδέες έχω σημειωμένες που περιμένουν απλά να πάρουν μορφή. Το πρόβλημα ήταν που δεν είχα λεφτά να αγοράσω τους καμβάδες μου και τα λουλούδια που θέλω να βάλω πάνω. Κατ' ακρίβειαν δεν έχω λεφτά για τίποτα. Δεν είχα λεφτά για τίποτα γιατί σήμερα πληρώθηκα. Πρώτη φορά στη ζωή μου εμετρούσα σελινούι σελινούι για να μπορέσω να ζήσω. Βέβαια το παιδί στο κατάστημα τέχνης με συμπαθεί πολύ και πάντα μου τα βάζει όλα στη μισή τιμή. Το περιφανεύομαι στο σπίτι που δεν πολύ εκτιμούν το hobby μου και μου λένε, ναι, από τα 600 τοις εκατόν κέρδος που βγάζει από σένα παίρνει μόνο 300. Όντως είναι κλέφτης ο παλιοαλήτης αλλά με βολεύει, δίπλα στο σπίτι, είναι και το χωριό μακριά... Αλλά γενικά το έχω να με συμπαθούν. Έτσι με κάνουν να νομίζω τουλάχιστον.Οι αστυνομικοί για παράδειγμα δε με γράφουν. Δε με έγραφαν δηλαδή γιατι προχθές με έγραψε ένας. Ο παλιοαλήτης μια ώρα του κλαιγόμουν και μου λέει είσαι πολύ καλός άνθρωπος αλλά έτσι είναι η δουλειά μας να γράφουμε και τους καλούς ανθρώπους! Έτσι πήρα την πρώτη κλήση της ζωής μου αλλά πάλι φεύγοντας είχα την αμυδρή υποψία πως λίγο με συμπάθησε. Οι προηγούμενοι με συμπαθούσαν περισσότερο. Μου΄χει τύχει να μ΄έχει σταματήσει αστυνομικός για ταχύτητα και να μου πει επειδή μου χαμογελάς μπορείς να φύγεις. Να μ' έχει σταματήσει αστυνομικός με το κινητό στο χέρι να κανονίζω για καφέ και να λέει είναι κρίμα να σου κάτσει ο καφές 50 λίρες και να με αφήσει να φύγω χαμογελώντας μου συνομωτικά. Στον τελευταίο δεν έπιασε το κόλπο του χαμόγελου. Αλλά σε ένα μήνα που δεν είχα λεφτά να φάω μάλλον το χαμόγελο μου δεν ήταν τόσο λαμπερό.
Κλείνοντας αυτή την ανάρτηση της αερολογίας θα ήθελα να αναφέρω και κάτι άσχετο. Πέρσι είχα έναν γκόμενο, που στον δεύτερο μήνα που ήμασταν μαζί πήγε ένα ταξίδι στο Cape town, ερχόμενος πίσω αυτός ήταν πολύ ενθουσιασμένος. Τόσο που για μέρες ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ του σπιτιού του, έβλεπε στο κενό και παραμιλούσε για το τι τέλεια που ήταν. Όχι δεν υπερβάλλω, για μέρες ο άνθρωπος το μόνο, μα το μόνο, που έλεγε ήταν τι ωραία που επέρασε και τι ωραία να πήγαινε να ζήσει εκεί και τι τέλεια που ήταν όλα και γιατί να είναι εδώ και να μην είναι εκεί. Ώσπου η υπομονή μου, δεν έχω και πολλή η γυναίκα, εξαντλήθηκε, επήρα την τσαντούλα μου και αποχαιρέτησα τον πλάτανο. Από τότε λες και με καταράστηκε, δεν ξέρω και γω ποιός, παντού ακούω αυτήν την χώρα. Τι μουντιάλ, τι αφιερώματα σε περιοδικά, παντού όμως, και μου φαίνεται παράξενο γιατι μέχρι πέρσι παίζει και να μην την ξανάκουσα. Το αποκορύφωμα. Προχθές πήγα σινεμά και είδα το 2012. Η γνωστή ταινία για την καταστροφή του κόσμου. Ένα πράμα θα πω και επιστρέφω στη δουλειά μου. Εκαταστράφηκε όλος ο κόσμος εχτός απο ένας τόπος. Tο Cape town!

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

"Τι με κοιτάζεις Ρόζα...Συγχώρα με που δεν..."

Σαλαμίνα τε τας νυν ματρόπολις των δ' αιτία στεναγμών.
Αχνιστός καφές.
Αύριο μπαίνω στο Σεφέρη.
Βρίσκομαι σε κάποιο ακρογιάλι. Πότε ήλιος και πότε ψιλή βροχή.
Είναι φθινόπωρο. Νοέμβρης του 1953.
Απολαμβάνω γουλιά γουλιά τον καφέ μου.
Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω τόσο πλήρης. Ακέραιη.
Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.
Κι ο χτύπος του τηλεφώνου. Πάντα ενοχλητικός.
'Ενα σπίτι που έχει φοβία στα τηλέφωνα. Κανείς δε θέλει να τα απαντήσει. Ποτέ.
Χρειάζεται θάρρος να σηκώσεις το ακουστικό.
Κι ακούω τα βήματα. Και την ανάσα.
Εκείνη την ανάσα που παίρνεις για να πάρεις δύναμη. Από αυτόν που πήρε την απόφαση.
Η Ροζαλίντα είναι άρρωστη.
Το όνομα η γιαγιά το έδωσε από ένα Βραζιλιάνικο που έβλεπε. Μάταια ο παππούς της εξηγούσε πως στα σκυλιά δίνουμε δισύλλαβα ονόματα για να τα μαθαίνουν. Ροζαλίντα το λένε το σκυλί, Ροζαλίντα είναι το όνομα του.
60 χρόνια σύζυγος κτηνιάτρου, μητέρα δύο κτηνιάτρων και γιαγιά ενός, πήρε τη μητέρα μου τώρα που αρρώστησε η Ρόζα..
Οχι καλό σημάδι.
Τέσσερα αυτοκίνητα φύγαμε.
Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα.
Μπήκα στο πλιθαρένιο σπίτι της γιαγιάς.
Δεν ήρθε να με καλωσορίσει κανείς, να πεταχτεί πάνω μου, να μου κάνει χαρούλες.
Τόσα χρόνια έτσι...
Η οικογένεια μαρμαρωμένη. Κάτω η Ρόζα.
Τρέχω στο τηλέφωνο.
Δεν έχω καθόλου καλή σχέση με αυτή τη συσκευή. Απ' την οικογένεια μου το κληρονόμησα. Άμα χτυπά στο σπίτι κανείς δε θέλει να το απαντήσει. Ποτέ.
-Θείε η Ρόζα βγάζει αφρούς.
- Η γλώσσα της είναι μαύρη?
- Είναι μούσκεμα το σκυλί θείε, αφρίζει.
- ...
-Τι να κάνουμε?
- ....
- Πες κάτι, ότι μας πεις θα κάνουμε, τι να κάνουμε?
- ...
-Κάνε κάτι.
- Θα ψοφήσει. Εψατζίεψαν το.
- .....
Ψόφησε, άκουσα τον μπαμπά. Η μάνα μου γονάτισε και το χάιδευε. Η γιαγιά επαναλάμβανε, ήταν η παρέα μου, πάει η παρέα μου. Η αδερφή μου με λυγμούς φώναζε, ποιός μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο. Εγώ σηκώθηκα κι έφυγα.
Θυμός. Μόνο να ήξερα ποιός το έκανε. Θολώνω.

Αύριο μπαίνω στο Σεφέρη. Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πως έγινε τούτο το φονικό.

Σκυμμένα κεφάλια. Βουρκωμένα μάτια. Κόκκινες μύτες. Δε φελά να μιλάμε.
Η μητέρα καθαρίζει φασολάκια, ο πατέρας βλέπει Λαζόπουλο, η αδερφή είναι στο facebook, εγώ διαβάζω Σεφέρη και η γιαγιά θα ξυπνήσει το πρωί χωρίς τη Ρόζα για παρέα.

Το στέγνωμα της αγάπης. Μέσα σε τρύπιες ψυχές. Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

"Έχει βρέξει εδώ ψυχή μου; Τι σημαίνουν όλα αυτά;"

Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, αλλά μέσα σε ένα χρόνο, όλοι μου οι φίλοι βρήκαν ταίρια, λογοδόθηκαν κι ετοιμάζονται για γάμους. Όλοι μαζί όμως. Μη μείνει κανείς με το παράπονο.

Πληροφοριακά, όλα τα Σαββατοκυρίακα του Ιουνίου και του Σεπτεμβρίου του επόμενου χρόνου θα είμαι απασχολημένη με το να ψάχνω φουστάνια, να γεμίζω φακελάκια και να τρέχω στους γάμους.

Έτσι όλα τα πράγματα στην παρέα άλλαξαν φέτος. Όλα όμως. Νιώθω το κλίμα στις συναντήσεις μας πια μουδιασμένο, μην πω βαρύ κι ακουστεί κάπως. Μου τηλεφωνούν για καφέ κι εμένα η σκέψη μου είναι πάλι να βγω με τα ζευγάρια? Κι όταν εγώ θέλω να πάω για καφέ, κάνω χίλιες σκέψεις πια, μήπως τους ενοχλήσω, μήπως θέλουν να βγούν μόνοι τους κι άμα τελικά το κάνω, πρέπει να ρωτήσουν τα έτερα τους και να δούμε. Κι όταν τελικά βλέπουμε τρέμει η ψυχή μου μήπως ξεκινήσουν και μιλούν πάλι για τα catering, τις αίθουσες δεξιώσεως, τα λουλούδια και τα λουκούμια και εννοείται πως γι αυτά ξεκινούν και μιλούν - γιατί αυτό απασχολεί τα πλάσματα πώς να το κάνουμε τώρα- κι ενώ στην αρχή ένα ενδιαφέρον το είχε, τώρα πια μπορώ και να κόψω τις φλέβες μου από τη βαριεστημάρα. Αμ το άλλο? Που κάθονται όλοι κι ονειρεύονται hen s night στην Αθήνα. Δε μπορώ να καταλάβω σε ποιόν νομίζουν πώς απευθύνονται. Διότι αν έδωσα την εντύπωση πως είμαι η εγγονή του Ωνάση, δεν είμαι.

Η μάνα μου παρακολουθόντας την κατάσταση έχει αφηνιάσει. Τι κακό μεγάλο που έπαθε που της ξέμεινε η κόρη. Το τι εξάψαλμους ακούω δεν περιγράφεται. Που ο νους μου είναι πάνω από το κεφάλι μου και μόνο να γυρίζω με ενδιαφέρει και δεν είμαι ικανή να έβρω έναν άντρα και δεν βλέπω που όλες μου οι συμμαθήτριες και οι ξαδέλφες και οι φίλες επαντρευτήκαν κι αυτή στην ηλικία μου είχε δυο παιδιά κι εγώ γιατί όχι και τα χρόνια περνούν και γιατί όλος ο κόσμος έκανε κοπελλούθκια κι αυτή έκανε εμένα...

Σύμφωνα με μια έρευνα -που άκουσα κάπου στην τηλεόραση και δεν έχω ιδέα πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι- στην Κύπρο αναλογούν τέσσερις γυναίκες για κάθε άντρα. Αν συνυπολογίσει κανείς αυτούς που είναι με ξένες και τους gay και το γεγονός ότι σε αυτό το νησί όλοι μικροπαντρεύονται άρα 30αρης και single δεν πολύ αφθονεί γίνεται αμέσως αντιληπτό πως τα πράγματα είναι μάλλον δυσοίωνα.

Κι ανάμεσα στους γάμους όλων μου των φιλενάδων, στο μουρμουριτό της μάνας μου και τις έρευνες, εγώ. Σε κατάσταση αποχαύνωσης και shock. Που πάντα πίστευα πώς είμαι πολύ μικρή για όλα και -ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση- έγινα πολύ μεγάλη.
Όλα είναι πρωτόγνωρα για μένα. Και οι καταστάσεις και οι σκέψεις. Πολλές σκέψεις. Που αν κάποτε μου έλεγες πως θα έκανα θα σε έβγαζα τρελλό. Πώς να δράσω και πώς να μην. Αντιδράσεις πανικού. Λάθη. Κι όλοι έτοιμοι να με κρίνουν. Κατακρίνουν.


Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Αποχή

Είπα
αυτό τον καιρό
να απέχω από το ιντερνετ
μήπως και
μετέχω στη ζωή.
Μπα...

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

"Τα λόγια των τρελλών ήταν δικά μας λόγια"

Θέλω να πέσω στο πάτωμα και να χτυπιέμαι από απελπισία.
"Η ελπίδα έγινε μέσα μου το ίδιο με προδοσία"
Τον επόμενο που θα μου πει πως όλα θα πάνε καλά ή πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο, θα τον δείρω.
Δεν ξέρω τι να με κάνω. Να βρισκόταν κάποιος να μου πει τι να με κάνω. Δεν βρίσκεται.
Και κάθομαι και βουλιάζω, εδώ, στη μοναξιά, στην απελπισία, στη λύπη.
Μέχρι τώρα όλες οι επιλογές στη ζωή μου βγήκαν λάθος. Και κάθομαι και κοιτάζω όνειρα και σχέδια να καταρρέουν. Μια συναίσθηση μόνο. Της κατάρρευσης.
Δεν ξανασηκώνομαι.
Πρώτη φορά στη ζωή μου δεν μπορώ να κοιμηθώ τις νύχτες από τα προβλήματα και το άγχος. Από το πένθος ναι, το κλάμα, τον έρωτα, την ευτυχία, την ανυπομονησία ναι. Από απελπισία πρώτη.
Ούφου!!!!!!!!!

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

"Έλα πάρε μου τη λύπη"

Η συνωμοσία του σύμπαντος εναντίον μου. Εντάξει, στη ζωή μου δεν υπήρξα και ποτέ τυχερή. Ατυχής και γκαντέμο. Έτσι μ' έχει γραμμένη η ξαδέρφη μου στο κινητό της. Γκαντέμο. Διότι αν κάτι είναι να συμβεί κακό, θα συμβεί σε μένα. Δεν αναρωτιέται κανείς γιατί. Έτσι ήταν πάντα. Μα αυτή τη βδομάδα πέσαν όλα πάνω μου. Και πάλι δεν αναρωτιέμαι γιατί. Η συνήθεια τελικά είναι ωραίο πράγμα. Κι ο πόνος συνηθίζεται. Και η στεναχώρια και η θλίψη. Μαθαίνεις να ζεις έτσι. Τουλάχιστον για μένα αυτό ισχύει. Συνήθισα. Και δεν κλαίω πια. Μα αν μια ανάγκη είχα αυτή τη βδομάδα ήταν να κλάψω. Να κλάψω για μένα. Οχι για κάτι συγκεκριμένο. Για όλα. Δεν ξέρω πώς να το πω. Μα θα ήθελα να κλάψω για όλα αυτά που βουρκωμένα και ακίνητα μείναν μέσα μου, για όλα αυτά που μπερδεύτηκαν και δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια. Μα δεν μπορώ. Και δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Και κάθομαι έτσι εγώ και ψάχνω καμιά δουλειά στο εξωτερικό. Χωρίς λόγο κι αιτία. Δε θέλω κάπου να πάω. Θέλω μόνο να φύγω.

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Summer is over



1. Ο απολογισμός




Επέστρεψα. Καλά πέρασα. Βέβαια, περίμενα να ηρεμίσω λίγο από το άγχος δεν ηρέμισα. Περίμενα να σταχυάσω, γιατί να μαυρίσω αποκλείεται, δεν στάχυασα. Περίμενα ρομαντική βόλτα στην παραλία κάτω απο τ' αστέρια (αυτό πολύ το περίμενα), δεν βόλταρα. Περίμενα να ερωτευτώ, δεν ερωτεύτηκα. Περίμενα τουλάχιστον να κάνω sex, δεν έκανα. Δεν πειράζει όμως. Οτιδήποτε εν συγκρίσει με το περσινό και προπέρσινο καλοκαίρι φαντάζει παραδεισένιο. Οι σκέψεις μου από πανικόβλητα ερωτήματα του τι θα κάνω, πού θα σταθώ, πού θα βρεθώ έγιναν light, εξαιρετικά light αφού οι μόνοι προβληματισμοί μου είχαν να κάνουν με τι χρώμα να βάψω τα μαλλιά μου και τι άρωμα να έχει η καινούρια μου κρέμα σώματος. Και πέρασα και καλά. Μπορεί να μην έγινε τίποτα άξιο λόγου, μα πέρασα καλά. Αν δεν είχα και αυτό το αναθεματισμένο άγχος, θα έλεγα και πολύ καλά μάλιστα. Μα μ' έχει φάει. Κι όσο πλησιάζουν οι μέρες αγχώνομαι ακόμα πιο πολύ (και γίνεται!). Για το καινούριο μου ξεκίνημα στη δουλειά. Είναι τεράστια η ευθύνη κι αυτή η αναμονή με σκοτώνει.... Αν δεν μπορώ να αντεπεξέλθω, αν δε βγαίνω από μέσα, αν δε βρεθεί κανείς να με βοηθήσει, αν και αν και αν...






2. Το φλερτ




Τέλος πάντων θα ήθελα για να ξεχαστώ κιόλας απ' το βασανιστικό άγχος μου, να αναφέρω μίαν άλλη σκέψη αυτού του καλοκαιριού που με προβλημάτισε. Έχει να κάνει με τη διαφορά ηλικίας ανάμεσα σε μια γυναίκα κι έναν άντρα. Και σε αυτή τη διαφορά η γυναίκα να είναι μεγαλύτερη. Για την ακρίβεια εγώ να είμαι η μεγαλύτερη. Μπορεί να λειτουργήσει μια τέτοιου είδους σχέση? Προσωπικά θεώρησα πως όχι και δεν έκανα τίποτα, απλά ώρες-ώρες σκέφτομαι μήπως έκανα λάθος. Και μ' άρεσε τόσο το αγόρι εκείνο και έκανα τόοοοοση χαρά, μα μόλις μου είπε την ηλικία του πάγωσα. Δεν του φαινόταν. "Τι έπαθες? Σε πείραξε που είμαι τόσο?". Χαμογέλασα κι έφυγα.






3. Οι Νεφέλες.




Υπέκυψα στον πειρασμό και θα πάω να δω τις Νεφέλες του ΘΟΚ. Του Αριστοφάνη είναι βέβαια οι Νεφέλες αλλά ο ΘΟΚ τις ανεβάζει. Θα πάω την άλλη βδομάδα. Στην αρχή ήμουν αρνητική, πικρές οι μνήμες.... με τον καιρό μαλάκωσα και είπα άντε, ας τους δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Οι Νεφέλες ήταν το τελευταίο μου μάθημα για το πτυχίο. Δεν έφταιγε βέβαια σε τίποτε ο καημένος ο Αριστοφάνης, που εμένα προσωπικά δε μου αρέσει, αλλά ο καθηγητής εκείνος. 'Ενας ιδιότροπος, στριφνός γέρος που μας θεωρούσε ανάξιους να γίνουμε συνάδελφοι του. Το μισό μάθημα το ξόδευε στο να μας βρίζει λέγοντας μας πόσο ανέντιμο είναι και ανήθικο που θα διδάσκαμε εμείς στο μέλλον τα παιδιά. Και καθόμασταν εκεί, δεκάδες στο αμφιθέατρο, με σκυμμένα τα κεφάλια ακούγοντας τους υβριστικούς μονολόγους του, αφού απαγορευόταν κιόλας να ανοίξεις το στόμα σου γιατί όποιος τολμούσε δεν έβλεπε πτυχίο όσο θα ζούσε ο κύριος αυτός καθηγητάς. Τι καταγγελίες έφαγε σε αστυνομίες, τι ξύλο, τίποτα εκείνος, συνέχιζε να πετσοκόβει και να καθυστερεί πολλά χρόνια τα πτυχία του κόσμου. Οι Νεφέλες λοιπόν, είναι μια πικρή ιστορία για εμένα. Ήταν το μοναδικό μάθημα που παρακολουθούσα ανελλιπώς, δίαβαζα όλο το εξάμηνο συστηματικά, το εξετάστηκα εντελώς άυπνη γιατί δεν προλάβαινα και το πέρασα από την πρώτη μεν, τυχαία δε - μεγάλη ιστορία-. Η ουσία βέβαια είναι ότι αυτή την στιγμή δεν είμαι σε θέση καν να πω την περίληψη. Δε θυμάμαι τίποτα. Μιλάμε για ένα έργο που μελέτησα λέξη προς λέξη, στην κυριολέξία όμως και δε θυμάμαι καν τι θέμα έχει. Το μόνο που θυμάμαι είναι τον καθηγητή εκείνο να λέει με τόσο ήρεμο και σαρκαστικό τρόπο: "Είναι ανέντιμο παιδιά μου, είναι ανέντιμο που θα διδάξετε εσείς αύριο στα σχολεία". Και πέντε χρόνια μετά δεν έχω ένα επιχείρημα για να τον αντικρούσω - τη μνήμη μου μέσα!-. Ελπίζω ο κος Κυριαζής, ο κος Τσουρής και ο κος Κραουνάκης να βάλουν ένα χεράκι στην επαναφορά της απολεσθείσας μνήμης και ίσως στην βελτίωση της άποψης μου. 'Ακουσα καλά σχόλια πάντως.


Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Κάνω διακοπές..

Έχει βάλει στο facebook φωτογραφίες με τη γκόμενα του στις θάλασσες, στα νησιά, στα πανηγύρια.
Πολλή ευτυχία.



Εγώ κάνω διακοπές. Το δεύτερο μέρος των διακοπών μου για να ακριβολογώ.

Είναι που φέτος τις είχα ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε. Είναι που οι απανωτοί χειμώνες με έκαναν να λαχταρήσω όσο ποτέ το καλοκαίρι.

Τα μετρώ τα καλοκαίρια, τα μετρώ τα καλοκαίρια της ζωής μου και δε μου βγαίνουν. Λειψά. Και φέτος.

Φέτος τα πράγματα είναι παράξενα.

Αν έπρεπε να πω με μια λέξη το τι νιώθω είναι κενή.

Ξαπλώνω στην αμμουδιά, με το αλάτι της θάλασσας στο κορμί και το βλέμμα καρφωμένο στο μπλε άπειρο.

Τα πρώτα μάτια που ερωτεύτηκα ήταν μπλε. Στην εφηβεία. 'Εγραψα εκατοντάδες ποιήματα για τα μπλε εκείνα μάτια. Στα σκουπίδια πια.

Μόλις τα θυμούμαι πια..

Μπλε, όχι μαβιά.

Έτσι το καλοκαίρι το διανύω.

Με αέρινα φορέματα, μαργαρίτες και παρέα.

Με ατελείωτες συζητήσεις και μπιρίμπα.

Με αμερικάνικες σειρές, καινούρια περιοδικά κι αγαπημένα βιβλία.

Τον συζητήσαμε πολλές ώρες τον επί πέντε χρόνια. Πολλές μαργαρίτες μετά, ζαλισμένες τον βρίσαμε και πάρα πολύ τον επί πέντε χρόνια.

Φωτογραφίες με τον έρωτα του στην παραλία να λύνουν σουντόκου. Πολλή ευτυχία λέμε.

Κενή!

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

Θέλω διακοπές τώρα!

Τώρα που ζω με τον εαυτό μου βαθειά κι απόλυτα,
θέλω να μάθω ο ίδιος ποιος υπήρξα, τι σκέφτηκα,
πώς έζησα και τι είναι αυτό που συνθέτει
την μελλοντική μου απουσία
Χατζιδάκης Μάνος, Μυθολογία



Επειδή νιώθω πως είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που δουλεύει αυτές τις μέρες στην πόλη -λες να είμαι και στη χώρα... και στον κόσμο...?-, δε με χωράει ο τόπος.
Έρχομαι στη δουλειά μου σε 15 λεπτά, όταν κανονικά μου παίρνει 35. 'Ερχομαι στη δουλειά μου πρώτη, όταν κανονικά καθυστερώ τουλάχιστον 15 λεπτά. Έρχομαι στη δουλειά μου παραπατώντας από τα ξενύχτια και τα strawberry margaritas που κατεβάζω κάθε βράδυ στα bar της πόλης, όταν κανονικά καταφτάνω φρέσκια και ξεκούραστη μετά απο 10ωρο ύπνο. Έρχομαι στη δουλειά μου ακριβώς όπως ξυπνώ, αναμαλιασμένη και άβαφτη όταν κανονικά φτάνω ντυμένη, χτενισμένη, βαμμένη στην τρίχα, γιατί είμαι και λουσού η γυναίκα. Κι όμως. Έρχομαι στη δουλειά μου να δουλέψω η εργαζόμενη όπως κανονικά μα δεν μπορώ γιατί καμιά δουλειά δεν μπορεί να ολοκληρωθεί αφού όπου τηλεφωνήσω η απάντηση είναι να πάρω σε 10 μέρες που θα επιστρέψει η Μαρία, η Γιαννούλλα, η Αντρούλλα, η Κωστούλλα από τις διακοπές.
Και δε με χωράει ο τόπος.

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

"Never Forget, Never Forgive"

Την περασμένη βδομάδα δέχθηκα ένα τηλεφώνημα απο τα ξένα για να μάθω μετά απο ένα χρόνο τον λόγο που ο επι πέντε χρόνια γκόμενός μου με παράτησε χωρίς καμιά εξήγηση. Προφανώς και τα κορίτσια περίμεναν να περάσει καιρός και μόλις είδαν πως μάλλον είμαι έτοιμη να το ακούσω μου το ξεφούρνισαν. Τα έφτιαξε μου είπαν με μια λεφτού, που δεν ξέρει που να τα βάλει. Εντάξει, δεν αντέδρασα. Μου είχαν περάσει όλα απο το μυαλό κι ό,τι και να άκουγα πλέον δε θα μου φαινόταν παράξενο. Να, όμως, είναι άλλο να το υποθέτεις κι άλλο να είναι σίγουρο. Μια χαρά μου λένε, μια ξερόλας είναι σαν αυτόν. Ταιριάζουν πάρα πολύ. Και κλείνουμε το τηλέφωνο.



'Εχετε νιώσει ποτέ τόσα πολλά πράγματα που να μην τα χωράει το μέσα σας? Και να μη μπορείτε να τα διαχωρίσετε, να μην ξέρετε... τι έχω τώρα, θυμό, μίσος, ζήλια, πόνο, απελπισία κι άλλα, πολλά άλλα, όλα μαζί και παρ'όλα αυτά απλά να κοκαλώνετε? Καμία αντίδραση, γιατί όλα είναι πολύ λίγα, γιατί τίποτα δε θα βοηθούσε..



Προσπάθησα να το συζητήσω με τους φίλους μου. Δε με αφήνουν. Όλοι μου λένε το ίδιο πράμα: "Ακόμα ασχολείσαι? Get over it επιτέλους!!" Και μετά απορώ γιατί μου βγήκε τόσο μίζερο αυτό εδώ το blog... ΄



Κοιτάξετε να δείτε. Αυτές τις μέρες εξαιτίας του νέου μιζεριάζω συχνά. Και κλαίω ακόμα πιο συχνά. Δεν έκλαψα όμως ποτέ γιατί μου έλειψε, γιατί τον αποθύμησα, γιατί κοιμάται και ξυπνά με άλλη. Ποτέ. Κλαίω γιατί για χρόνια κάναμε όνειρα -μόνη μου προφανώς- περιμένοντας να τελειώσουμε πτυχία, μεταπτυχιακά, στρατό κι όταν έφτασε η ώρα να τα υλοποιήσουμε, στο msn, ούτε καν να με πάρει ένα τηλέφωνο, μου ανακοίνωσε πως ο κόσμος αλλάζει και τα πράματα αλλάζουν κι αυτός άλλαξε και θέλει άλλα πράματα. Αυτό. Τον πήρα τηλέφωνα, του έστειλα μηνύματα, emails, "Τι στο καλό λαλείς?" Δεν απάντησε ποτέ. Απαξίωση... Δεν κλαίω που βρήκε άλλη, μακάρι να ζήσουν τα πλάσματα ευτυχισμένα, κλαίω που δεν εθεώρησε ότι άξιζα μιαν εξήγηση. Να κάτσει να μου πεί κάτι, ξέρεις κόρη μου, επειδή εβαρέθηκα σε ήβρα άλλην, κάτι να έλεγε. Κάτι, ό,τι να ναι να έλεγε. 'Ενα ψέμα. Συγκεκριμένο όμως. Οχι να με ξεπετάξει με μια αερολογία και να εξαφανιστεί για πάντα. 'Ολα θα ήταν αλλιώς αν κάτι έλεγε. Κλαίω γιατί μου συμπεριφέρθηκε ανήθικα. Κλαίω γιατί δεν το επερίμενα ποτέ απο αυτόν. Και οχι, δεν ξέρω αν αυτό μπορέσω να το ξεπεράσω ποτέ.



Ο Σάββας μου είπε: O άνθρωπος ήταν ανάμεσα σε δύο επιλογές. Κοίτα το λογικά. Να ξεκινούσε τη ζωή του μαζί σου, άρα αυτόματα, πλην 300 χιλιάδες, δάνειο, που θα γινόταν 65 χρονών να το ξεχρεώσει και την άλλη επιλογή να ξεκινήσει τη ζωή του με δεν ξέρω κι εγώ πόσο συν, συγνώμη αλλά κι εγώ την ίδια επιλογή θα έκανα.

'Ομως ξέρετε, εγώ δε θα έκανα αυτή την επιλογή και φανταστείτε, δεν τον αποθύμησα ποτέ. Τον μπάσταρδο!

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

"Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος, μια χούφτα οδύνης.."

Είχα βγει απο το σώμα μου κι έβλεπα τα κομμάτια μου στο έδαφος. Δεν είμαι απλά κομμάτια. θρύψαλα έχω γίνει. Σκόνη. Και το ξέρω καλά. Δεν πρόκειται πια να ξαναενωθώ. Σκεφτόμουν να πάρω φόρα, να πηδήξω πάνω τους και να ξεκινήσω να τα ποδοπατάω, με όλο το θυμό, την οργή, το μίσος που έχω μέσα μου...
Θα τρόμαζες αν ήξερες το μέγεθος τους.
Αν είχα ένα μαχαίρι κι΄εσένα μπροστά μου... θα έπρεπε να τρόμαζες.
Προς το παρόν, το μαχαίρι καρφώνει τη δική μου καρδιά, μέρα τη μέρα, μ' ένα αόρατο χέρι, το νιώθω, με ορμή, να με ξεσκίζει και να χύνομαι θρύψαλα στο έδαφος. Πουθενά αίμα. Με ποδοπατάω. Πουθενά αίμα.
Ονειρεύομαι τη δύναμη που δεν έχω. Να αρπάξω μια μέρα εκείνο το μαχαίρι και να με καρφώσω κι εγώ, με όλο το θυμό, την οργή, το μίσος που έχω μέσα μου και που θα τρόμαζες αν τα ήξερες, και τι ευτυχία Θε μου, θα γεμίσει παντού αίμα, κόκκινο παντού κι εγω θα γελάω που επιτέλους, επιτέλους, θα αποκτήσει η ζωή μου χρώμα και θα γελάω που δε θα νιώθω πια, τις μαχαιριές σου, τις μαχαιρίες της, τις μαχαιριές μου.
Είναι όλα θολά γύρο μου. Πρέπει να αλλάξω τους φακούς μου Χριστίνα, τα βλέπω όλα θολά. Δεν φταίνε οι φακοί, μου 'πε. Είναι το ποτό. Δεν πίνω αλκοόλ. Δε μου αρέσει. Μα η τελευταία μου μνήμη, κάτι ποτά κι εμένα να ρωτώ, στα πόσα τέτοια δε θα νιώθω τίποτα. 'Εχασα το μέτρημα. Αχρείαστο έγινε και το μαχαίρι. 'Επεσε το σώμα μου ξερό στο έδαφος κι εγώ βγήκα απο αυτό κι έβλεπα τα κομμάτια μου...
Επιβίωσα και το χθεσινό βράδυ. Οψόμεθα γι 'απόψε.

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Της Εισβολής (Κ. Μόντης)- 20.07.74

"Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας."

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

"Εσύ τι είσαι πραγματικά?"

"'Αλλοτε σε φωνάζουν Μαρία, άλλοτε Μαίρη, άλλοτε Μάρω κι άλλοτε Μαράκι. Άλλος σε βλέπει ως κυρα-Μαρία η ψιλικατζού κι άλλος ως μάνα του Θεού ή ό,τι γουστάρει ο καθένας. Εσύ τι είσαι? Τα υποκοριστικά των άλλων? Τα βλέμματα των άλλων? Ή τα συμπεράσματα τους για σένα? Ακόμα και ο εαυτός σου σε βλέπει σαν λίγο καλύτερο από αυτό που είσαι. ΄Η ώρες ώρες, πολύ χειρότερο. Εσύ, τι είσαι πραγματικά?"
Λένα Κιτσοπούλου
Μου τηλεφώνησε χθές βράδυ ο Χάρης να μου πει πως σκέφτεται να μην επιστρέψει Κύπρο. 'Εμεινα άφωνη με το ακουστικό στο χέρι. Δεν το σκέφτεται απλά, το αποφάσισε, έκανε αιτήσεις σε κάτι εταιρείες κάπου στα Γαλλοελβετικά σύνορα. Αν τον δεχτούν θα μείνει. Κατεβάζω μούτρα και θυμώνει " Καλά μην κάνεις έτσι, το ξέρεις πως ευκαιρίες δε θα 'χω στην Κύπρο και να παρακαλέσω κανένα να μου βρεί δουλειά δεν πρόκειται. 'Η να γίνω σαν εσένα που καταησhέφκεσαι σ' ένα γραφείο". Η μαχαιριά του μ' έριξε στο κρεβάτι για περισυλλογή.
Το άδικο που ένιωθα και μ' έπνιγε παλιά, δεν υπάρχει πια. Δεν είναι αποδοχή της κατάστασης, είναι απλά εκλογίκευση της. Δεν έχω και πού να ρίξω τις ευθύνες. Εγώ πάντως δεν τις αναλαμβάνω. 'Οσο ήτανε απο το χέρι μου μια χαρά τα πήγα. Και να μου χτυπούν πως καταησηέφκουμαι? Το επέλεξα να είμαι σε αυτό το γραφείο που απλά αποκοιμίζει ό,τι έχω να προσφέρω? Ασόψεται η ανάγκη. 'Η να σηκωθώ να φύγω κι εγώ? Και να πάω πού, μόνο αντικαταθλιπτικά δεν ξεκίνησα να παίρνω σε εκείνο το ψαροχώρι της Αγγλίας ένα χρόνο.
Ούτε που ξέρω γιατί νευριάσα τόσο. Μάλλον είναι που δεν ξέρω που να ρίξω τις ευθύνες, κι εγώ δεν τις αναλαμβάνω. Τι ήτανε να γίνω και τι έγινα. Ακουαρέλλες και τέμπερες. Δεν έγινα με έκαναν. Καμβάς. Τι τελικά. Τρίπτυχο. Μέσα σ 'ένα βράδυ το τελείωσα. Τελείωσα.







Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

Απόγευμα Ιουνίου

Κάτω απο τη λεμονιά. Αυλή του σπιτιού στο χωριό. Απόγευμα. Μαύρα γυαλιά. Vintage. Μασουλάω marshmallows και πίνω παγωμένο καφέ. Elle, Vogue, Omicron και Must πεταγμένα στο τραπέζι. Εχω μελετήσει summer and the city κι είμαι χειμώνας στο χωριό. Θυμάμαι τα παιχνίδια του στην άμμο. Γέλια της αδερφής μου. "Σαν παιδάκι κάνει". Κι εγώ καμάρωνα. Σίβωτα. Σ'εκείνη την παραλία με κυνηγούσαν οι μέλισσες. Ετρεχα να τις αποφύγω κι έτρεχε να με προστατεύσει. Θέλω να ακούσω εκείνο το τραγούδι. Το βρίσκω στο youtube. Το ακούω καμιά 20αριά φορές συνεχόμενα.
"Αμα τους δω ζηλεύκω τους
τους άσπρους τους λεμονανθούς
που τους φιλούν οι μέλισσες
τζι' ύστερα κάμνουν μέλι
Είχα τζι εγώ στην πόρτα μου
πλατύφυλλους βασιλικούς
Μα εμείνασιν αμύριστοι
Κανένας δεν τους θέλει"
Τραγουδώ μ 'όλη τη δύναμη της φωνής μου. Jumpsuit τελευταία λέξη της μόδας, ενημερώθηκα. Παραγγέλνω δύο απο το asos. Κοραλί κι εμπριμέ. Ξαφνική χαρά. Βάφω τα νύχια μου καρπουζί. Μυρίζω coconut body butter. Τριανταφυλλάκι. Ανατολικό Λονδίνο 1888. Τζακ ο Αντεροβγάλτης. Ακουσα τα καλύτερα. Διάβασα 100 σελίδες κι ακόμα να τα δω. Το πετάω κι αυτό στο τραπέζι. Μα να μη με πάρει ένα τηλέφωνο? Ενα χρόνο τώρα... Να δει αν ζω να δει αν πέθανα.. Δεν το χώρεσε ποτέ. Μήτε ο νους, μήτε η καρδιά. Πάω να φέρω μια nutella να κάνω βουτιές με τα marshmallows μου.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Φυγή

" Αχ, πού να 'βρισκα τα κότσια να τα βροντήξω όλα χάμω...
χρόνων και χρόνων κόπους και δουλειά...
Θα τα παράταγα όλα, θα τα πούλαγα όλα
και θα πήγαινα σαν τον Νικολάι Ιβάνοβιτς...
ν'ακούσω την Belle Helene"
Τολστόι Λέον "Αννα Καρένινα"

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

"Χίλιες Σιωπές"

Σςςςςςςςςςς
Καταρρέει ο κόσμος μου
Τα πόδια μου δε με βαστάνε
Τι φοβερή ησυχία

Τεντώνω τα αυτιά μου να ακούσω το θόρυβο, να ακούσω τον ήχο της καταστροφής, τον κρότο του τέλους, τον πανικό που κάνει τώρα που ο κόσμος διαλύεται
Μα μια ανατριχιαστική σιωπή
Αναπάντεχη
Που δεν τραντάζεται η γή ολόκληρη
κι ο κόσμος δε σταματά να υπάρχει
Κλείνω τα αυτιά γιατί πια δεν αντέχω την τόσο δυνατή σιωπή
Δεν το περίμενα
Να μην ακούγεται τίποτα, να είναι όλα ήσυχα και ήρεμα
τώρα που συντρίβεται ο κόσμος μου
Ακόμα κι εγώ η ίδια κέρωσα και δεν λέω τίποτα. Σιωπή εντός κι εκτός μου
Τι ανυπόφορη εκκωφαντική σιωπή

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Ενα σχόλιο στο θέμα των GCE

Παρακολουθώ άφωνη τις τελευταίες μέρες το πολύκροτο θέμα των GCE σε σχέση με την εισδοχή φοιτητών στα δημόσια πανεπιστήμια.
Πραγματικά ακόμα δεν έχω καταλάβει αν το πρόβλημα είναι εκπαιδευτικό ή πολιτικό (πολιτικό είναι αλλά ας play πελλός για ακόμη μια φορά).
Ούτε έχω καταλάβει πώς είναι δυνατόν (δε μπορεί να είναι δυνατόν) για μια τόσο σημαντική εκαιδευτική αλλαγή να μην έχει γίνει καμία επιστημονική μελέτη ή έρευνα αλλά να είναι αποτέλεσμα κομματικών, προσωπικών, μικροπολιτικών και δεν ξέρω κι εγώ ποιών άλλων σκοπιμοτήτων.
Δεν θα σπαταλήσω ούτε ένα λεπτό απο τον πολύτιμο μου χρόνο για να σχολιάσω τη συμπεριφορά των πολιτικών και των πανεπιστημιακών ταγών προς την ελληνική γλώσσα (και να θέλω, δε βρίσκω λόγια, μόνο ακούω αποσβολωμένη).
Μα (συγνώμη όμως γιατί δεν αντέχω) είναι δυνατόν για την ίδια σχολή αν διεκδικείς θέση με τα GCE να χρειάζεται απλά ενα πιστοποιητικό καλής γνώσης της ελληνικής, αν με τις Παγκύπριες να χρειάζεται να περάσεις τέτοιου μεγέθους εξετάσεις κι αν είσαι Τουρκοκύπριος να μη χρειάζεται καν η γνώση της ελληνικής? Μιλάμε για την ίδια σχολή, για τρείς Κύπριους πολίτες και τρία διαφορετικά επίπεδα γνώσης της ελληνικής γλώσσας... Τι λογική είναι αυτή? Για μερικούς να ειναι υποχρεωτικό απαιτούμενο, για τους άλλους να είναι λίγο απαιτούμενο και τους άλλους να είναι καθόλου απαιτούμενο? Και τι αποδυνάμωση είναι τώρα αυτή του δημόσιου σχολείου? Ασε που αυτές οι κομματικές συμμαχίες (κοίτα ΑΚΕΛ με ΔΗΣΥ) με εκνευρίζουν ακόμη πιο πολύ. Πού είναι οι δημοκρατικές αρχές που αξιώνουν, η ισονομία, η ισότητα, η αξιοκρατία και η ίση μεταχείριση όλων των υποψηφίων?
Πάντως είναι κρίμα που το κόστος όλης αυτής της γελοιότητας, των χαζών χειρισμών και του εμπαιγμού καλείται να το πληρώσουν τα παιδιά των δημοσίων σχολείων, λίγες μέρες πρίν τις εξετάσεις να ζούν μέσα στην αβεβαιότητα για το τι πρόκειται να γίνει και να κινδυνεύουν να υποστούν μια τέτοια άνιση μεταχείριση και δυσμενή διάκριση.

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Διάλογος

-Εχω χαθεί. Εχω πολλά τρεχάματα αυτό το διάστημα (διαγωνίσματα, εξετάσεις, το γάμο της Ν.) κι έχω χαθεί. Κι απο δω κι απο εκεί. Ενα καφέ στα γρήγορα πέρασα να πιούμε. Πώς περάσατε το τριήμερο της πρωτομαγιάς?

-Μπα... ήταν ερημιά στον Πρωταρά.

-Δε σας το είχα πεί? Αφού πήγα πέρσι με τον απ' αυτόν.
Ξέρετε, δεν καταδέχομαι πια να πω το όνομα του. Αστεία-αστεία έχει ένα χρόνο να προφέρω το όνομα του. Δεν καταδέχομαι. Εχει γίνει ένα απαξιωτικό "ο τζιείνος", "ο τούτος" στην εξαιρετικά σπάνια φορά που τύχει να τον αναφέρω...


-Σαν να μην πέρασε μια μέρα, ε?


-Σαν να πέρασε μια αιωνιότητα.
Ενας χρόνος μετά. Ακριβώς. Αλτσχάιμερ. Δε θυμάμαι ούτε το πρόσωπο του, ούτε τα μάτια του, ούτε τη φωνή του. 365 μέρες μετά. Ακριβώς όμως. Αλτσχάιμερ.
Πώς έγινε και δεν καταδέχομαι ούτε το όνομα του να προφέρω. Ε, γιατρέ? Πώς έγινε και τίποτα δεν έμεινε, τόσα χρόνια, τόσα πολλά χρόνια κι ούτε μια ανάμνηση. Τον απέρριψα, τον διέγραψα, τον απέβαλα. Κι όμως, υπολογιστής να 'μουνα και να' κανα delete κάτι θα 'μενε.

-Μην απορείς. Η ανθρώπινη φύση είναι εξοπλισμένη με ένα απίστευτο μηχανισμό που σε προστατεύει και σε κάνει να αντέχεις και να ξεπερνάς σχεδόν τα παντα. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο οι παλιοί παρακαλούσαν να μην τους στείλει ποτέ ο Θεός όσα μπορούν να αντέξουν.


-Μάλιστα. Μα οι δικοί μου, με βλέπουν περίεργα. Πόσο γρήγορα ξεκίνησα να γυρίζω χαρωπά. Πόσο μάλλον τίποτα δεν ήταν μετά απο τόσα χρόνια. Πόσο αναίσθητη που είμαι. Πώς πέρασε και δε με άγγιξε. Ακόμα ακούω τη Ν. και τις φωνές της "Πώς μπορείς, παρ΄τον ένα τηλέφωνο, πάρε ένα αεροπλάνο, πήγαινε βρες τον, κάνε κατι τελοσπάντων" και ήμουν σίγουρη πώς δεν αντεχε ούτε την προδοσία τη δική του, ούτε την απαθή αποδοχή τη δική μου. Εβαζε τον εαυτό της στη θέση μου και τρόμαζε. Και ξέρετε τι κατάλαβα? Καμία πραγματικότητα δεν είναι τόσο τραγική όσο η φαντασία.


-Μην ασχολείσαι. Ο κάθε άνθρωπος, έχει διαφορετικό τρόπο διαχείρισης του πένθους του και χρειάζεται διαφορετικό χρόνο για να του περάσει.


-Είστε σίγουρος πώς περνά πάντα?


α σου περάσει. Αν δε σου περάσει θα σου γράψω χάπια για την κατάθλιψη. Σε πειράζω.

-Μα μου πέρασε.

-Ναι? Και τι θέμα έχει πάλι η ανάρτησή σου?

Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

Ολα Είναι Πάλη

Δάκρυα έσταζαν στο χέρι μου, στο χέρι που κρατούσε τη λαμπάδα και η λαμπάδα έσταζε στο ίδιο χέρι μα μ' άρεσε γιατί είχε παγωνιά και ζεσταινόμουν. Δε μπορούσα να καταλάβω γιατί έσταζαν τα μάτια μου, ήταν και όλη αυτή η χαρά του κόσμου και ο πάτερ που δε σταματούσε να λέει το Χριστός Ανέστη και παρατηρήσεις, ήτανε και η αδερφή μου που δεν το χώνευε οτι πέθανε ο αγαπημένος της ψάλτης και δεν της άρεσε η λειτουργία με φωνή άλλων, ξένη μου είπε, σιγά όλα ξένα της είπα και ήταν και τα μάτια μου που δάκρυζαν και το μυαλό μου που αποφάσισε να πάει τόσα χιλιόμετρα ταξίδι κι εγώ το πάλευα με εντολές και ικεσίες "σε παρακαλώ μείνε ανέκφραστη". Ηθελα να στεκόμουν εκεί ανέκφραστα ανέκφραστη μα γαμώτο τα μάτια μου έσταζαν και το κερί έσταζε κι εγώ πάλευα να μείνω όρθια στα ξυλιασμένα μου πόδια απο το κρύο ανέκφραστη.
Χριστός Ανέστη και καμπάνες και φώς και χρώμα και ο πάτερ φώναζε στον κόσμο να προσέξει τα κεριά του να μην στάζουν στις πλάκες της εκκλησίας του. Και στην πρωινή λειτουργία σκυλόβριζε τάχα δεν είχε τάξη και δεν είχε ησυχία και γιατί να θυμηθούν όλοι να κοινωνήσουν Αγιο Σάββατο κι έβλεπα τα κουρασμένα μάτια των συγχωριανών να χαμηλώνουν κι εγώ πάλευα και τότε να μείνω εκεί ανέκφραστα ανέκφραστη ώσπου να έρθει η σειρά μου να κοινωνήσω. Ούτε που θυμόμουν πότε ήταν η τελευταία φορά που το ξανάκανα, μπορεί να πέρασαν και δέκα χρόνια, μα δεν μπορώ καθόλου να θυμηθώ, μόνο τον πάτερ θυμάμαι πάντα να κάνει παρατηρήσεις και να φωνάζει κι εγώ να τον φοβάμαι όπως όλοι που χαμηλώνουν κάθε φορά τα μάτια.
Χριστός Ανέστη και τα μάτια μου έσταζαν και η παγωνιά είχε διαπεράσει το δέρμα μου και είχε φτάσει στα κόκκαλα μου και σκεφτόμουν πως η μαμά δεν θα άντεχε που έχει σπασμένο το σπόνδυλο της και όλες αυτές οι κυρίες που εβδομάδες τώρα καθάριζαν τα σπίτια τους χωρίς ξεκούραση και οι αγρότες, αφού οι περισσότεροι είναι αγρότες στο χωριό και όλοι που κάνουν τη καθημερινή τους πάλη, μικρή μεγάλη, στο προαύλιο Χριστός Ανέστη αναμειγμένα με παρατηρήσεις και φωνές, να άντεχαν?
Χριστός Ανέστη τελευταίο και φιλιά κι αγκαλιές οι χωριανοί, φιλιά κι ευχές οι φίλοι και τα μάτια μου ποτάμι έσταζαν και ήξερα το γιατί μα πάλευα να μην ξέρω, πάλευα να χαμογελάσω, πάλευα να δώσω εντολή στα πόδια μου να σηκωθούμε και να φύγουμε και μηχανικά υπάκουα και σκεφτόμουν πως έτσι μάλλον κέρδιζα την πάλη μου και κατέληξα πως τελικά όλα είναι πάλη. Μια βάναυση πάλη και μια ατέρμονη πάλη, μια πάλη για τη νίκη που πρέπει να πετύχεις, μια πάλη τουλάχιστον για ένα ξεκάθαρο αποτέλεσμα, να ξέρεις τώρα έχασες γι' αυτό και κλαίς, τώρα κέρδισες γι' αυτό και χαμογελάς μα όταν κλαίς και χαμογελάς μαζί και δεν ξέρεις και νιώθεις προδομένος απο τα συναισθήματα κι απο τη δύναμη και απο τις αντοχές σου και σου 'ρχονται τότε στο μυαλό όλες οι προδοσίες που βίωσες και ο πιο μεγάλος προδότης στη ζωή σου και -Θέ μου- είναι αυτός και κλαίς.
Κυριακή του Πάσχα και να κλαίς?

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

"Ακροβασία στο κενό"

Επρεπε αλλιώς να' ρχονταν τα πράγματα
Να μην περιμένω το τίποτα τόσο καιρό
Επρεπε αλλιώς να 'ρχονταν
Να μην κάθομαι να ακούω τη σιωπή
Επρεπε αλλιώς
Να μην χρειάζεται να δημιουργώ ψέματα για να μπορώ να ζώ
Επρεπε

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Η μέρα του κρασιού

Παρήγγειλε καφέ, άναψε τσιγάρο και με περίμενε. Αργησα γιατί δεν έβρησκα τι να φορέσω. Ηθελα να του κάνω εντύπωση μα δεν είχα προετοιμαστεί. Απο την Παρασκευή μου κανόνιζε τη συνάντηση και στο τέλος την ακύρωνε, πίστευα πως πάλι το ίδιο θα έκανε, μα η ώρα πλησίασε και μήνυμα δεν ήρθε, έτσι τελευταία στιγμή έτρεχα και δεν έφτανα. Κατέφθασα λαχανιασμένη, τον είδα και έτρεξα μα δεν ήξερα τι να πω, τι να κάνω, πού να κοιτάξω. Κι αυτός με το ζόρι χαμογέλασε. Κάθισα.

-Πώς είσαι? Τι νέα? Η δουλειά?
-Καλά. Ολα όπως τα ήξερες.
- Εσάς δε σας επηρεάζει η κρίση. Εμας έπεσαν πολύ οι δουλειές. Και τρέχω, προσπαθώ να δω..

Σταμάτησα να ακούω. Αποφάσισα να κοιτάζω δεξιά, αυτός καθόταν στ' αριστερά μου κι εγώ κοιτούσα δεξιά στο κενό. Θυμήθηκα πόσο πολύ βαριόμουν τις κουβέντες του. Μου βγάζει μια άρνηση αυτός ο άνθρωπος. Δε μου ξαναέτυχε. Κάτι ναι, ωραία, καλά ,ψέλλιζα. Είδε πως δεν γινόταν δουλειά και είπε να μπεί στο θέμα.

- Ξέρεις, ήθελα να σε δω να σου εξηγήσω πως σταματήσαμε να βλεπόμαστε γιατί πιστεύω πως δεν ταιριάζουμε, δεν επικοινωνούμε. Δεν μπορεί να ταιρίαζουν όλοι οι άνθρωποι κι ενώ είσαι...και... Tι σκέφτεσε?
- Τίποτα.

Μα σκεφτόμουν που πήγα χθές στον γιατρό και μου 'μπηξε το δάχτυλο του στον πισινούλη και ζαλίστηκα απο τον πόνο. Είχα πάει κλαίγοντας γιατί νόμισα πως έπαθα καρκίνο του παχέως εντέρου. Ραγάδα μου 'πε και μου γραψε μια κρέμα, εσωτερικά και εξωτερικά. Εσωτερικά?! Με χρέωσε και πενήντα ευρώ απλά γι 'αυτά τα πέντε λεπτά που του πήρε να μου βάλει δάχτυλο. Δεν πρόλαβα να πάω να την πάρω, λές να βρώ κανένα εφημερεύον φαρμακείο φεύγοντας?

-Δε θέλω να το πάρεις άσχημα. Σου είμαι ευγνώμον γι' αυτούς τους δύο μήνες, που έκανες καθημερινά τόση απόσταση για να με δείς, που ήσουν εκεί ότι και να χρειαζόμουν, για το ενδιαφέρον, για την αγάπη, για... Τι σκέφτεσε?
-Τίποτα.

Μα σκεφτόμουν ότι ξέχασα να πάρω το αυτόκινητο μου για αλλαγή λαδιού. Το 'χα κανονισμένο για το πρωί. Και ξεπέρασα κατά πολύ τα χιλιόμετρα που μου έγραψε ο κύριος στο συνεργείο πως έπρεπε να το αλλάξω. Δε νομίζω να υπάρχει κανένα πρόβλημα, λές να υπάρχει?


- Σου αξίζει κάτι καλύτερο. Είμαι σίγουρος πως εκεί έξω υπάρχει αυτός που θα σε κάνει ευτυχισμένη. Δεν είμαι όμως εγώ αυτός. Σου αξίζει το καλύτερο, είσαι τόσο καλή και όμορφη και... Τι σκέφτεσε?
-Τίποτα σου λέω!

Μα σκεφτόμουν πως άμα με ξαναρωτούσε τι σκεφτόμουν θα άρπαζα την κούπα του καφέ και θα του την έλουζα. Πρέπει να κόψω τους καφέδες. Χθές είχα κάτι περίεργες ταχυπαλμίες, νόμιζα πως θα πάθαινα καρδιακή. Και καρκίνος του παχέως εντέρου κα καρδιακή προσβολή την ίδια μέρα βαρύ μου 'πεσε. Ασε που γέμισα κυτταρίτιδα. Ξεκίνησα δίαιτα. Πήγα στο διαιτολόγο και με 'διωξε. Εγώ δε σε αναλαμβάνω, μου 'πε, δε χρειάζεσαι, περπάτα μισή ώρα τη μέρα με το σκύλο σου και είναι αρκετό. Λές να ξεκινήσω βόλτες με τη Μπουμπούκα? Μπα, γυμναστήριο θα πάω, θα' χει και ωραία αγόρια.


-Δεν είναι πως δεν περνούσα ωραία, πως δε σε νοιάζομαι, πως δεν στεναχωρέθηκα, δεν είμαι αναίσθητος, αλλά το δοκιμάσαμε, δεν μας βγαίνει, δεν είναι ανάγκη να...

Πότε θα πιεί τον καφέ του για να φύγουμε και αύριο έκλεισα να κάνω τα φρύδια μου tattoo, δεν είμαι πολύ σίγουρη ρε... μήπως να το ακυρώσω να το σκεφτώ ακόμα λίγες μέρες? Μπα... χρειάζομαι την αλλαγή, άσε που άμα μετανοιώσω φεύγει με το χρόνο. Νομίζω. Να θυμιθώ να το ρωτήσω και να ζητήσω να μου τα χοντρύνει λίγο, δε μ' αρέσουν τα λεπτά.

-Και δεν είναι ανάγκη να χαθούμε, να με παίρνεις τηλέφωνο, θα σε παίρνω κι εγώ, έχω καλά.. -Κοίτα, αποφάσισα να ανοίξω το στόμα μου, εσύ όταν βγαίναμε και δεν με έπαιρνες τηλέφωνο και θα με πάρεις τώρα?! Δε χρειάζεται. Τίποτα δε χρειάζεται. Φεύγω. Τα κορίτσια είναι εδώ πιο κάτω και πίνουν κρασιά, πάω να τα βρώ.
-Ελπίζω να είσαι καλά. Να σε πάρω μια αγκαλιά?
-Δεν χρειάζεται, είπα. Δεν κοίταξα. Ετρεξα στο αυτόκινητο μου. Ετρεξα με το αυτοκίνητο μου. Στα κορίτσια.

Κι άλλα βλέμματα οίκτου. Μ' είχα σιχαθεί. Ούτε αυτές ήξεραν πώς να με χειριστούν. Μου χαμογελούσαν, με αγκάλιαζαν, με αστείευαν και μου κέρασαν κρασιά. Είμαι καλά, τους είπα χαμογελόντας και με κέρασαν κι άλλα κρασιά, πολλά κρασιά, δε θυμάμαι πόσα κρασιά, μα θυμάμαι διάφορα χρώματα απο κρασιά, ροζέ, κόκκινα, λευκά κρασιά, διάφορες γεύσεις απο κρασιά, γλυκά, ξηρά, γεμάτα μπουμπουλίθρες κρασιά και όλα γύρω μου ξαφνικά έγιναν κρασιά, δεκάδες μπουκάλια απο κρασιά, σε κάτι λεκάνες μπροστά γεμάτες απο κρασιά, τα κορίτσια ήταν γεμάτα απο κρασιά κι εγώ ολόκληρη, το στόμα μου κρασιά, το στομάχι μου κρασιά και το μυαλό μου κρασιά και δε θυμόμουν τίποτα άλλο εχτός απο τα κρασιά.

Το βράδυ ονειρεύτηκα κρασιά.
Μα το πιο συγκλονιστηκό απ' όλα ήταν, που το επόμενο πρωί, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν τα κρασιά. Και χαμογέλασα.

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Γράφοντας με βρήσκω

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική

(1913, Οσο μπορείς. Κ.Π. Καβάφης)



Νύχτωσε και μ' ενοχλεί. Με ενοχλεί που πέρασε η μέρα και δεν το κατάλαβα. Μιά μέρα άδεια. Η τέλεια απραξία. Το είχα αποφασίσει απο χθές. Αρκετά ξοδεύτηκα σε καφετέριες και clubs, σε συζητήσεις και συναναστροφές. Το τηλέφωνο χτύπησε πολλές φορές. Τα κορίτσια. Δεν το απάντησα καμιά. Με ενοχλεί ο ήχος του. Πρέπει να βρω να βάλω κάτι που να μην μ' ενοχλεί.
Σήμερα δεν έκανα τίποτα απολύτως. Εμεινα ξαπλωμένη όλη μέρα και ανασυντασσόμουν.
Με έχασα και είπα να ψάξω να με βρώ.
Μνήμες, συναισθήματα, απώλειες ξεδίπλωσα, μέτρησα, ξαναδίπλωσα και φύλαξα.
Και ξέρεις κάτι? Δεν βούρκωσα ούτε μια φορά.
Νομίζω έχω ξεκινήσει να συνηθίζω τα πάντα. Κι αυτό με τρομάζει.
Σηκώνομαι μόνο για να φτιάξω καφέ.
Σκέφτομαι να υποταχθώ στη μοίρα, μόνο έτσι ίσως μπορέσω να την υπερβώ.
Σκέφτομαι και τα λόγια των κοριτσιών. Στυγνά και στεγνά. Πάντα απορούσα πώς γίνεται να έχουν τόσο τετράγωνη λογική. Συμβουλές με επιχειρήματα που δεν αντικρούονται πάνω σε καμία βάση και το ξέρουν οι σκρόφες. Καμιά φορά πάω να τα αμφισβητήσω βάζοντας μπροστά το συναίσθημα, μα φωνάζουν. Κάνουν θεωρίες για την αξιοπρέπεια, τον αυτοσεβασμό κι άλλα συνώνυμα.
Μα δεν το βλέπεις! Σου ζητά χρόνο και εσύ θες ταχύτητα!
Οτι μου λένε κάνω. Μα είναι κάτι Κυριακές σαν αυτή που κάθομαι κι αναρωτιέμαι αν δεν τις άκουγα πώς θα ήταν τα πράγματα. Δεν βγάζω νόημα. Είναι που τα συναισθήματα μου άρχισαν να ξεφτίζουν. Αδεια όπως τη μέρα μου. Ψάχνω άκρη. Πάντα απο/στο γράψιμο. Κρατώ ημερολόγιο απο το 1993. Ημουν τότε 11 χρονών. Οσες φορές πήγα να το σταματήσω με έχανα και η ανάγκη με έκανε να επιστρέφω. Τους τελευταίους μήνες άλλαξε μορφή, έγινε ηλεκτρονικό και δημόσιο. Νομίζω το απολαμβάνω περισσότερο. Η ουσία όμως δεν αλλάζει. Γράφω για ένα και μόνο λόγο :
"είναι ο μοναδικός τρόπος που με κάνει να συντάσσω τον εαυτό μου".

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Η δύναμη του μυαλού

Σηκώνω τα μάτια στα άσπρα σύννεφα στη μέση του ουρανού. Διάβαζα χθες βράδυ για τη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού. Για δυνατότητες απεριόριστες, μα ανεξερεύνητες διάβαζα. Σελίδες ολόκληρες για το γεγονός ότι ούτε το ένα τοις εκατό, δεν χρησιμοποιούμε από τις δυνατότητες που έχουμε. Διάβαζα και για κάποιους που μετακινούν ολόκληρα βουνά με το μυαλό τους κι άλλους που κάνουν θαύματα, αυτοθεραπεύονται κι άλλα εκπληκτικά και πληκτικά ταυτόχρονα γιατί τα 'χω διαβάσει κι ακούσει τα ίδια και τα ίδια πολλές φορές. Μου μπήκε όμως απο χθές εμένα η φαηνής ιδέα ότι αφού έχει τέτοιες υπερφυσικές δυνάμεις το μυαλό μου ότι μπορώ να επιβάλω τη σκέψη μου σε αυτόν. Δηλαδή θα τον σκέφτομαι συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια και δεν ξέρω ακριβώς πώς θα γίνει μα θα τον εξαναγκάσω -η δύναμη του μυαλού μου δηλαδή θα το κάνει- και δε θα μπορεί να με βγάλει απο το μυαλό του. Βέβαια η ιδέα μου αυτή έχει την ίδια πιθανότητα να ισχύσει όσο αυτό που έκανα όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι και ήθελα κάτι πάρα πολύ κι έλεγα μέσα μου θα μετρήσω μέχρι το 10 και αν για παράδειγμα περάσει το λεωφορείο θα έχω αυτό που θέλω. Παρόλα αυτά, επιμένω και κάνω το πείραμα. Και έχει απο χθές που το μόνο που κάνω είναι να τον σκέφτομαι. Μου το επιβάλλω! Γι'αυτό και απο το πρωί σήμερα σήκωσα τα μάτια μου στα άσπρα, διαβατάρικα σύννεφα στη μέση του ουρανού και συλλογίζομαι. Κρέμασα και στο λαιμό μου το κινητό μήπως χτυπήσει και δεν το ακούσω, το ελέγχω κι ανα τακτά διαστήματα γιατί μπορεί να έγινε κανα περίεργο, να χτύπησε και να δονήθηκε -όντας στο λαιμό μου- και γω ούτε να το άκουσα ούτε να το ένιωσα. Μέχρι και ανοιχτό το άφησα χθές το βράδυ δίπλα απο το μαξιλάρι μου, εγω η βασίλισσα των υποχονδρίων που ο φόβος των ραδιοκυμμάτων που εκπέμπει με κάνει κάθε βράδυ και να το κλείνω και να το βάζω 3 δωμάτια μακριά μου. Μα δεν είναι μόνο το πείραμα μου. Μου έστειλε μήνυμα πριν λίγες μέρες. "Nomizo pos exeis dei polla lathos. Tha se paro til kapoia stigmi na milisoume gia na katalaveis ti ennoo". Μου το έστειλε πολύ πρωί εκείνη τη μέρα κι αυτό το κάποια στιγμή το πήρα ως κάποια στιγμή εκείνης της ημέρας. Πέρασαν μέρες απο τότε κι αυτή η στιγμή δεν ήρθε ακόμα. Κι εγώ έχω για κολιέ το κινητό μου. Αποσυγκεντρώνομαι απο τα πάντα για να συγκεντρώσω όλες τις δυνάμεις του μυαλού μου, που τόσες μελέτες αποδεικνύουν πως είναι απεριόριστες, σε αυτόν για να του επιβάλω τη σκέψη μου. Υπογραμμίζω πως σήμερα είναι Δευτέρα (μισώ), δουλεύω στο γραφείο μέχρι τις 2.30 κι έχω αμέσως μετά τέσσερις ώρες μάθημα (δε μπορείς να φανταστείς πόοοσο μισώ), πράγμα που σημαίνει ότι η μέρα είναι εξαιρετικά δύσκολη, με πολλές ευθύνες και κούραση κι εμένα δε με νοιάζει. Δεν ασχολούμαι με τίποτα. Ωρες ώρες με πιάνει μια ανησυχία πως δεν έχω ιδέα τι θα διδάξω σήμερα μα μου περνά τοσο γρήγορα. Εχω κρεμάσει το κινητό μου για κολιέ και κοιτώ τα άσπρα, σαν μαργαριταρένιο όστρακο, σύννεφα στη μέση του ουρανού. Εχω τη δύναμη να του με υποβάλω!
Θε μου, πόσο αξιολύπητη μπορώ να γίνω. Εχω πάψει πια να εκπλήσσομαι.

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

"Θέλω να τρέξω, να πετάξω, να χαθώ"

Το ενδεχόμενο να καταστραφεί η ψυχική γαλήνη που κατάφερα με τόση δυσκολία να πετύχω με τρόμαξε. Και είπα να τρέξω να φύγω μακριά. Εβαλα φόρμες και αθλητικά και τρέχω. Μαζί με τον άνεμο. Ιδια φόρα. Ενα βουητό ακούω. Δεν ξεχωρίζω λόγια. Λόγια που βαρέθηκα να ακούω. Ούτε σκέψεις ξεχωρίζω. Τρέχω μακριά κι απο αυτές. Πιο γρήγορα, μήπως και με φτάσουν. Πιο γρήγορα. Τα τύμπανα σου δίνουν ρυθμό, όπως το ντέφι του τσιγγάνου στη μαϊμού. Τρέχω. Πιο γρήγορα. Να ξεπεράσω και τον ήχο σου. Πιο γρήγορα, να φτάσω μακριά, πιο μακριά, για τα πέρατα του κόσμου, τρέχω, όσο πιο γρήγορα. Ετσι να λυτρωθώ ολοκληρωτικά απο το μαρτύριο ετούτο. Τίποτα να μη μου φαρμακώνει τη ζωή, τίποτα να μη με απομιζά, τίποτα να μη με απορροφά. Τρέχω μακριά.
"Θέλω να τρέξω να πετάξω να χαθώ
όμως φοβάμαι τι θα γίνει αν γυρίσω
τον εαυτό μου να γελάσω προσπαθώ
μα κάπου μέσα μου βαθιά δεν θα τον πείσω".

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Εκδίκηση

"Εμοί η εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος" (Αγία Γραφή)

Δε θα λεγε ποτέ.
Μα κάτι τέτοιες στιγμές θα 'δινα τα πάντα να το 'χε πεί.

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

"Εχω κάτι σπασμένα φτερά"

Εχω νικηθεί.
Κι εκρήγνυμαι. Σιωπηλά.
Βροντώ κι αστράφτω. Βουβά.
Πέρασε καιρός. Μετρώ τους μήνες. Μήνες?!
Δεν έκανα τίποτα τόσο καιρό.
Εβλεπα αμίλητη τη χαρά σου.
Περίμενα αν νιώσεις. Δε νιώθεις.
Ούτε εγώ έπρεπε.
Η εικόνα έσβησε. Πιά.
Μα σήμερα είδα εκείνη τη φωτογραφία.
Πρώτη, πρώτη την έχεις. Να το παίζεις ωραίος. Απο κάτω σχόλια κοριτσιών. Να θαυμάζουν την ομορφιά σου.
Στη φωτογραφία που εγώ τράβηξα. Με την μπλούζα που εγώ σου αγόρασα. Εξω απο τα Προπύλαια, αποφοίτηση της αδερφής μου.
Κι εκρήγνυμαι. Βροντώ κι αστράφτω.
Βουβά κι άπρακτα.
Βλέπω.
Κλείνω τα μάτια.
Μη σκέφτεσε, μη σκέφτεσε, μη σκέφτεσε.
Δε σκέφτομαι.

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Αυτό το παρελθόν είναι άλλου

Κοιτώ. Δεν βλέπω τίποτα.
Ψαχουλεύω. Δεν βρήσκω τίποτα.
Τίποτα δεν έμεινε πια.
Απο την πληγή και το αίμα. Τίποτα.
Κανένα σημάδι.
Λες και δεν συναίβηκε ποτέ.

Συναίβηκε?
Οχι σε μένα.

Ξένο.

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

"Πήγα σε μάγισσες σε χαρτορίχτρες"

"Εσύ πέρασες μια μεγάλη στενοχώρια." Ετσι ξεκίνησε η Ευη. Την πέρασα, της είπα. "Σε τρώει το γιατί." Σιγά δε με νοιάζει..., εντάξει με τρώει. "Μην το ψάχνεις." Κι αυτός έτσι έλεγε... "Εχει βρεί άλλη τώρα, απλά για να το ξέρεις και στο λέω γιατί βλέπω πως δεν τον θές". Δεν τον θέλω. "Δεν τον θες." και χαμογέλασε η Εύη. "Αφού κόρη θορώ άλλον εδώ, κοίτα!" μου δείχνει το φλυτζάνι, χαμογέλασα εγώ αυτή την φορά. Συνέχισε για τη δουλειά, για την οικογένεια, για τις φίλες, έλεγε και φιλοσοφίες η Εύη "την τύχη μας εμείς την ορίζουμε αλλά το πεπρωμένο είναι προδιαγραμμένο" και τέτοια έλεγε η Εύη την Παρασκευή το απόγευμα που πήγα να μου διαβάσει τον καφέ! Οχι, δεν είχα ξαναπάει, οχι, δεν πιστεύω πως η τύχη και το μέλλον μπορούν να βρεθούν στον πάτω ενός φλυτζανιού απο καφέ και οχι, δεν πιστεύω πως υπάρχουν άνθρωποι που έχουν "χάρισμα" να διαβάζουν τα κατακάθια (!) που και να το είχαν δηλαδή δε θα το χρέωναν δώδεκα ευρώ, αλλά τέλοσπάντων.. το μουρμουριτό των κοριτσιών, το γεγονός ότι δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω και η τεράστια μου ανάγκη να ακούσω κάτι καλό, όσο βλακεία και να ήταν, με οδήγησαν στο σπίτι της Ευης της καφετζούς.
Στον πέμπτο όροφο, μιας παλιάς πολυκατοικίας, κοντά στην πράσινη γραμμή ζεί μαζί με τον βρώμικο σκύλο της η Ευη με τα τεράστια μαύρα νύχια. Αδύνατη και ρακένδυτη, με μια περίεργη προφορά που έκανα το λάθος να την ρωτήσω απο πού είναι και λες και την έθιξα μου τόνισε πως είναι απο την Κύπρο γεγονός που σίγουρα δεν είναι αλήθεια. Το μόνο που μου είπε για τον εαυτό της και έμαθα πως το λέει σε όποιον πάει είναι πως κάποτε ήταν παντρεμένη, την απάτησε ο σύζυγος κι αυτή το είχε δει στον καφέ και τον επακέταρε.
Ομολογουμένως καλά μάντευε η Ευη. Δεν μου είπε τίποτε άσχετο, για μια άγνωστη κυρία που πρώτη φορά με έβλεπε μια χαρά ήξερε τι συμβαίνει στη ζωή μου. Δεν κάθισα να αναρωτηθώ απο πού και ως πού, ούτε και που ασχολήθηκα, εξάλλου πήγα να μου πεί το μέλλον και τίποτα γι' αυτό δε μου είπε, όλα τα υπόλοιπα τα ήξερα, εγώ τα έζησα, λεπτό το λεπτό με εκπνοές και κλάματα...

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

"Ο καφές σου έχει κρυώσει"

Ο καφές αχνίζει μέσα στην κούπα. Μπροστά μου. Κι εγώ κοιτώ τους ατμούς. Τους κοιτάω. Με τα μικροσκοπικά, γεμάτα μοιωπία μάτια μου, τα γεμάτα φλεβίτσες απο τη χρόνια χρήση φακών επαφής μάτια μου, τα γεμάτα κούραση αλλά στεγνά πια (εδώ χαμόγελο) μάτια μου. Δε με προίκισε και με κανένα καλό χαρακτηριστικό αυτή η φύση. Ούτε και με κανένα γερό οργανισμό, 10 μέρες άρρωστη τώρα προσπαθώ να έρθω στα σύγκαλά μου. Ούτε και με καμιά δυνατή προσωπικότητα, με κανένα υψηλό IQ ή EQ. Πολύ τσιγκούνα μαζί μου. Δεν έχω παράπονο. Για τίποτα. Πασαλίβομαι μπογιές, καταπίνω χάπια, διαβάζω Descartes μπας και βελτιώσω την κατάσταση. Ο,τι μπορώ και ξέρω.

Κοιτώ τους ατμούς και σκέφτομαι ταξίδια και βόλτες στη θάλασσα. Και βουτιές. Ναι, βουτιές στη θάλασσα. Μυρίζομαι, γεύομαι και βλεπω μπλέ αλμύρα. Κι ο αέρας φρέσκος, θαλασσινός μου χαιδεύει το βρεγμένο σώμα. Και κλείνω τα μάτια. Να απολαύσω το άγγιγμα, τη μυρωδιά, τη γεύση, την αίσθηση...την μπλέ.

Χτυπά το τηλέφωνο. Ανοίγω τα μάτια. Ο καφές σταμάτησε να αχνίζει. Μαζί του και το μυαλό μου να ταξιδεύει. Πραγματικότητα. Αέρας κλιματιστικού. Μυρωδιά καφέ. Χρώμα καφέ. Γεύση καφέ. Πικρού καφέ.

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

"Ενα μονάχα λαχταρώ"

Κάθε φορά που σε ρωτούσα πού έχεις γράψει την ημερομηνία λήξης, θύμωνες.
Λήξη? Ποτέ.
Πώς τολμούσα, πώς δεν ντρεπόμουν, πώς διανοούμουν τέτοιο πράγμα! Θιγόσουν.
Κι εγώ κοκκκίνιζα. Εσκυβα το κεφάλι μη με δείς που κοκκίνιζα, έκλεινα τα μάτια κι αποκοιμιόμουν με το χαμόγελο εκείνο της ικανοποίησης, της ασφάλειας, της σιγουριάς.

Μόνο αυτόν τον ύπνο λαχτάρησα.
Μετά την ημερομηνία λήξης. Που μου' πες και δεν περίμενα.
Μόνο αυτόν τον ύπνο λαχτάρησα. Με το χαμόγελο. Με τα αισθήματα εκείνα που χάθηκαν, για πάντα. Μαζί με όλα τ΄άλλα που χάθηκαν. Και δεν τα πόθησα ποτέ ξανά.
Τα τόσο μη αναμενόμενα χαμένα. Μόνο τον ύπνο εκείνο, της ηρεμίας, της ασφάλειας και της σιγουριάς που μυρίζει αντρίλα, λαχτάρησα.