
1. Ο απολογισμός
Επέστρεψα. Καλά πέρασα. Βέβαια, περίμενα να ηρεμίσω λίγο από το άγχος δεν ηρέμισα. Περίμενα να σταχυάσω, γιατί να μαυρίσω αποκλείεται, δεν στάχυασα. Περίμενα ρομαντική βόλτα στην παραλία κάτω απο τ' αστέρια (αυτό πολύ το περίμενα), δεν βόλταρα. Περίμενα να ερωτευτώ, δεν ερωτεύτηκα. Περίμενα τουλάχιστον να κάνω sex, δεν έκανα. Δεν πειράζει όμως. Οτιδήποτε εν συγκρίσει με το περσινό και προπέρσινο καλοκαίρι φαντάζει παραδεισένιο. Οι σκέψεις μου από πανικόβλητα ερωτήματα του τι θα κάνω, πού θα σταθώ, πού θα βρεθώ έγιναν light, εξαιρετικά light αφού οι μόνοι προβληματισμοί μου είχαν να κάνουν με τι χρώμα να βάψω τα μαλλιά μου και τι άρωμα να έχει η καινούρια μου κρέμα σώματος. Και πέρασα και καλά. Μπορεί να μην έγινε τίποτα άξιο λόγου, μα πέρασα καλά. Αν δεν είχα και αυτό το αναθεματισμένο άγχος, θα έλεγα και πολύ καλά μάλιστα. Μα μ' έχει φάει. Κι όσο πλησιάζουν οι μέρες αγχώνομαι ακόμα πιο πολύ (και γίνεται!). Για το καινούριο μου ξεκίνημα στη δουλειά. Είναι τεράστια η ευθύνη κι αυτή η αναμονή με σκοτώνει.... Αν δεν μπορώ να αντεπεξέλθω, αν δε βγαίνω από μέσα, αν δε βρεθεί κανείς να με βοηθήσει, αν και αν και αν...
2. Το φλερτ
Τέλος πάντων θα ήθελα για να ξεχαστώ κιόλας απ' το βασανιστικό άγχος μου, να αναφέρω μίαν άλλη σκέψη αυτού του καλοκαιριού που με προβλημάτισε. Έχει να κάνει με τη διαφορά ηλικίας ανάμεσα σε μια γυναίκα κι έναν άντρα. Και σε αυτή τη διαφορά η γυναίκα να είναι μεγαλύτερη. Για την ακρίβεια εγώ να είμαι η μεγαλύτερη. Μπορεί να λειτουργήσει μια τέτοιου είδους σχέση? Προσωπικά θεώρησα πως όχι και δεν έκανα τίποτα, απλά ώρες-ώρες σκέφτομαι μήπως έκανα λάθος. Και μ' άρεσε τόσο το αγόρι εκείνο και έκανα τόοοοοση χαρά, μα μόλις μου είπε την ηλικία του πάγωσα. Δεν του φαινόταν. "Τι έπαθες? Σε πείραξε που είμαι τόσο?". Χαμογέλασα κι έφυγα.
3. Οι Νεφέλες.
Υπέκυψα στον πειρασμό και θα πάω να δω τις Νεφέλες του ΘΟΚ. Του Αριστοφάνη είναι βέβαια οι Νεφέλες αλλά ο ΘΟΚ τις ανεβάζει. Θα πάω την άλλη βδομάδα. Στην αρχή ήμουν αρνητική, πικρές οι μνήμες.... με τον καιρό μαλάκωσα και είπα άντε, ας τους δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Οι Νεφέλες ήταν το τελευταίο μου μάθημα για το πτυχίο. Δεν έφταιγε βέβαια σε τίποτε ο καημένος ο Αριστοφάνης, που εμένα προσωπικά δε μου αρέσει, αλλά ο καθηγητής εκείνος. 'Ενας ιδιότροπος, στριφνός γέρος που μας θεωρούσε ανάξιους να γίνουμε συνάδελφοι του. Το μισό μάθημα το ξόδευε στο να μας βρίζει λέγοντας μας πόσο ανέντιμο είναι και ανήθικο που θα διδάσκαμε εμείς στο μέλλον τα παιδιά. Και καθόμασταν εκεί, δεκάδες στο αμφιθέατρο, με σκυμμένα τα κεφάλια ακούγοντας τους υβριστικούς μονολόγους του, αφού απαγορευόταν κιόλας να ανοίξεις το στόμα σου γιατί όποιος τολμούσε δεν έβλεπε πτυχίο όσο θα ζούσε ο κύριος αυτός καθηγητάς. Τι καταγγελίες έφαγε σε αστυνομίες, τι ξύλο, τίποτα εκείνος, συνέχιζε να πετσοκόβει και να καθυστερεί πολλά χρόνια τα πτυχία του κόσμου. Οι Νεφέλες λοιπόν, είναι μια πικρή ιστορία για εμένα. Ήταν το μοναδικό μάθημα που παρακολουθούσα ανελλιπώς, δίαβαζα όλο το εξάμηνο συστηματικά, το εξετάστηκα εντελώς άυπνη γιατί δεν προλάβαινα και το πέρασα από την πρώτη μεν, τυχαία δε - μεγάλη ιστορία-. Η ουσία βέβαια είναι ότι αυτή την στιγμή δεν είμαι σε θέση καν να πω την περίληψη. Δε θυμάμαι τίποτα. Μιλάμε για ένα έργο που μελέτησα λέξη προς λέξη, στην κυριολέξία όμως και δε θυμάμαι καν τι θέμα έχει. Το μόνο που θυμάμαι είναι τον καθηγητή εκείνο να λέει με τόσο ήρεμο και σαρκαστικό τρόπο: "Είναι ανέντιμο παιδιά μου, είναι ανέντιμο που θα διδάξετε εσείς αύριο στα σχολεία". Και πέντε χρόνια μετά δεν έχω ένα επιχείρημα για να τον αντικρούσω - τη μνήμη μου μέσα!-. Ελπίζω ο κος Κυριαζής, ο κος Τσουρής και ο κος Κραουνάκης να βάλουν ένα χεράκι στην επαναφορά της απολεσθείσας μνήμης και ίσως στην βελτίωση της άποψης μου. 'Ακουσα καλά σχόλια πάντως.
