Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

"Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος, μια χούφτα οδύνης.."

Είχα βγει απο το σώμα μου κι έβλεπα τα κομμάτια μου στο έδαφος. Δεν είμαι απλά κομμάτια. θρύψαλα έχω γίνει. Σκόνη. Και το ξέρω καλά. Δεν πρόκειται πια να ξαναενωθώ. Σκεφτόμουν να πάρω φόρα, να πηδήξω πάνω τους και να ξεκινήσω να τα ποδοπατάω, με όλο το θυμό, την οργή, το μίσος που έχω μέσα μου...
Θα τρόμαζες αν ήξερες το μέγεθος τους.
Αν είχα ένα μαχαίρι κι΄εσένα μπροστά μου... θα έπρεπε να τρόμαζες.
Προς το παρόν, το μαχαίρι καρφώνει τη δική μου καρδιά, μέρα τη μέρα, μ' ένα αόρατο χέρι, το νιώθω, με ορμή, να με ξεσκίζει και να χύνομαι θρύψαλα στο έδαφος. Πουθενά αίμα. Με ποδοπατάω. Πουθενά αίμα.
Ονειρεύομαι τη δύναμη που δεν έχω. Να αρπάξω μια μέρα εκείνο το μαχαίρι και να με καρφώσω κι εγώ, με όλο το θυμό, την οργή, το μίσος που έχω μέσα μου και που θα τρόμαζες αν τα ήξερες, και τι ευτυχία Θε μου, θα γεμίσει παντού αίμα, κόκκινο παντού κι εγω θα γελάω που επιτέλους, επιτέλους, θα αποκτήσει η ζωή μου χρώμα και θα γελάω που δε θα νιώθω πια, τις μαχαιριές σου, τις μαχαιρίες της, τις μαχαιριές μου.
Είναι όλα θολά γύρο μου. Πρέπει να αλλάξω τους φακούς μου Χριστίνα, τα βλέπω όλα θολά. Δεν φταίνε οι φακοί, μου 'πε. Είναι το ποτό. Δεν πίνω αλκοόλ. Δε μου αρέσει. Μα η τελευταία μου μνήμη, κάτι ποτά κι εμένα να ρωτώ, στα πόσα τέτοια δε θα νιώθω τίποτα. 'Εχασα το μέτρημα. Αχρείαστο έγινε και το μαχαίρι. 'Επεσε το σώμα μου ξερό στο έδαφος κι εγώ βγήκα απο αυτό κι έβλεπα τα κομμάτια μου...
Επιβίωσα και το χθεσινό βράδυ. Οψόμεθα γι 'απόψε.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Της Εισβολής (Κ. Μόντης)- 20.07.74

"Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας."

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

"Εσύ τι είσαι πραγματικά?"

"'Αλλοτε σε φωνάζουν Μαρία, άλλοτε Μαίρη, άλλοτε Μάρω κι άλλοτε Μαράκι. Άλλος σε βλέπει ως κυρα-Μαρία η ψιλικατζού κι άλλος ως μάνα του Θεού ή ό,τι γουστάρει ο καθένας. Εσύ τι είσαι? Τα υποκοριστικά των άλλων? Τα βλέμματα των άλλων? Ή τα συμπεράσματα τους για σένα? Ακόμα και ο εαυτός σου σε βλέπει σαν λίγο καλύτερο από αυτό που είσαι. ΄Η ώρες ώρες, πολύ χειρότερο. Εσύ, τι είσαι πραγματικά?"
Λένα Κιτσοπούλου
Μου τηλεφώνησε χθές βράδυ ο Χάρης να μου πει πως σκέφτεται να μην επιστρέψει Κύπρο. 'Εμεινα άφωνη με το ακουστικό στο χέρι. Δεν το σκέφτεται απλά, το αποφάσισε, έκανε αιτήσεις σε κάτι εταιρείες κάπου στα Γαλλοελβετικά σύνορα. Αν τον δεχτούν θα μείνει. Κατεβάζω μούτρα και θυμώνει " Καλά μην κάνεις έτσι, το ξέρεις πως ευκαιρίες δε θα 'χω στην Κύπρο και να παρακαλέσω κανένα να μου βρεί δουλειά δεν πρόκειται. 'Η να γίνω σαν εσένα που καταησhέφκεσαι σ' ένα γραφείο". Η μαχαιριά του μ' έριξε στο κρεβάτι για περισυλλογή.
Το άδικο που ένιωθα και μ' έπνιγε παλιά, δεν υπάρχει πια. Δεν είναι αποδοχή της κατάστασης, είναι απλά εκλογίκευση της. Δεν έχω και πού να ρίξω τις ευθύνες. Εγώ πάντως δεν τις αναλαμβάνω. 'Οσο ήτανε απο το χέρι μου μια χαρά τα πήγα. Και να μου χτυπούν πως καταησηέφκουμαι? Το επέλεξα να είμαι σε αυτό το γραφείο που απλά αποκοιμίζει ό,τι έχω να προσφέρω? Ασόψεται η ανάγκη. 'Η να σηκωθώ να φύγω κι εγώ? Και να πάω πού, μόνο αντικαταθλιπτικά δεν ξεκίνησα να παίρνω σε εκείνο το ψαροχώρι της Αγγλίας ένα χρόνο.
Ούτε που ξέρω γιατί νευριάσα τόσο. Μάλλον είναι που δεν ξέρω που να ρίξω τις ευθύνες, κι εγώ δεν τις αναλαμβάνω. Τι ήτανε να γίνω και τι έγινα. Ακουαρέλλες και τέμπερες. Δεν έγινα με έκαναν. Καμβάς. Τι τελικά. Τρίπτυχο. Μέσα σ 'ένα βράδυ το τελείωσα. Τελείωσα.







Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

Απόγευμα Ιουνίου

Κάτω απο τη λεμονιά. Αυλή του σπιτιού στο χωριό. Απόγευμα. Μαύρα γυαλιά. Vintage. Μασουλάω marshmallows και πίνω παγωμένο καφέ. Elle, Vogue, Omicron και Must πεταγμένα στο τραπέζι. Εχω μελετήσει summer and the city κι είμαι χειμώνας στο χωριό. Θυμάμαι τα παιχνίδια του στην άμμο. Γέλια της αδερφής μου. "Σαν παιδάκι κάνει". Κι εγώ καμάρωνα. Σίβωτα. Σ'εκείνη την παραλία με κυνηγούσαν οι μέλισσες. Ετρεχα να τις αποφύγω κι έτρεχε να με προστατεύσει. Θέλω να ακούσω εκείνο το τραγούδι. Το βρίσκω στο youtube. Το ακούω καμιά 20αριά φορές συνεχόμενα.
"Αμα τους δω ζηλεύκω τους
τους άσπρους τους λεμονανθούς
που τους φιλούν οι μέλισσες
τζι' ύστερα κάμνουν μέλι
Είχα τζι εγώ στην πόρτα μου
πλατύφυλλους βασιλικούς
Μα εμείνασιν αμύριστοι
Κανένας δεν τους θέλει"
Τραγουδώ μ 'όλη τη δύναμη της φωνής μου. Jumpsuit τελευταία λέξη της μόδας, ενημερώθηκα. Παραγγέλνω δύο απο το asos. Κοραλί κι εμπριμέ. Ξαφνική χαρά. Βάφω τα νύχια μου καρπουζί. Μυρίζω coconut body butter. Τριανταφυλλάκι. Ανατολικό Λονδίνο 1888. Τζακ ο Αντεροβγάλτης. Ακουσα τα καλύτερα. Διάβασα 100 σελίδες κι ακόμα να τα δω. Το πετάω κι αυτό στο τραπέζι. Μα να μη με πάρει ένα τηλέφωνο? Ενα χρόνο τώρα... Να δει αν ζω να δει αν πέθανα.. Δεν το χώρεσε ποτέ. Μήτε ο νους, μήτε η καρδιά. Πάω να φέρω μια nutella να κάνω βουτιές με τα marshmallows μου.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

Φυγή

" Αχ, πού να 'βρισκα τα κότσια να τα βροντήξω όλα χάμω...
χρόνων και χρόνων κόπους και δουλειά...
Θα τα παράταγα όλα, θα τα πούλαγα όλα
και θα πήγαινα σαν τον Νικολάι Ιβάνοβιτς...
ν'ακούσω την Belle Helene"
Τολστόι Λέον "Αννα Καρένινα"