Είχα βγει απο το σώμα μου κι έβλεπα τα κομμάτια μου στο έδαφος. Δεν είμαι απλά κομμάτια. θρύψαλα έχω γίνει. Σκόνη. Και το ξέρω καλά. Δεν πρόκειται πια να ξαναενωθώ. Σκεφτόμουν να πάρω φόρα, να πηδήξω πάνω τους και να ξεκινήσω να τα ποδοπατάω, με όλο το θυμό, την οργή, το μίσος που έχω μέσα μου...
Θα τρόμαζες αν ήξερες το μέγεθος τους.
Αν είχα ένα μαχαίρι κι΄εσένα μπροστά μου... θα έπρεπε να τρόμαζες.
Προς το παρόν, το μαχαίρι καρφώνει τη δική μου καρδιά, μέρα τη μέρα, μ' ένα αόρατο χέρι, το νιώθω, με ορμή, να με ξεσκίζει και να χύνομαι θρύψαλα στο έδαφος. Πουθενά αίμα. Με ποδοπατάω. Πουθενά αίμα.
Ονειρεύομαι τη δύναμη που δεν έχω. Να αρπάξω μια μέρα εκείνο το μαχαίρι και να με καρφώσω κι εγώ, με όλο το θυμό, την οργή, το μίσος που έχω μέσα μου και που θα τρόμαζες αν τα ήξερες, και τι ευτυχία Θε μου, θα γεμίσει παντού αίμα, κόκκινο παντού κι εγω θα γελάω που επιτέλους, επιτέλους, θα αποκτήσει η ζωή μου χρώμα και θα γελάω που δε θα νιώθω πια, τις μαχαιριές σου, τις μαχαιρίες της, τις μαχαιριές μου.
Είναι όλα θολά γύρο μου. Πρέπει να αλλάξω τους φακούς μου Χριστίνα, τα βλέπω όλα θολά. Δεν φταίνε οι φακοί, μου 'πε. Είναι το ποτό. Δεν πίνω αλκοόλ. Δε μου αρέσει. Μα η τελευταία μου μνήμη, κάτι ποτά κι εμένα να ρωτώ, στα πόσα τέτοια δε θα νιώθω τίποτα. 'Εχασα το μέτρημα. Αχρείαστο έγινε και το μαχαίρι. 'Επεσε το σώμα μου ξερό στο έδαφος κι εγώ βγήκα απο αυτό κι έβλεπα τα κομμάτια μου...
Επιβίωσα και το χθεσινό βράδυ. Οψόμεθα γι 'απόψε.
