"Εγώ πολύ τον στερήθηκα τον άντρα. Σ΄ όλη τη νιότη μου. Το βράδυ που χωρίζαμε με τα κορίτσια, στεκόμουνα λίγο και τις κοιτούσα πως έφευγαν. Έσκυβα το κεφάλι και γύριζα στο σπίτι. Έλεγα καμιά φορά, να' χα ένα αγόρι και γω, να μου λέει - Σ' αγαπάω, ρε Ελένη- όπως γίνεται στα φιλμ. Κ΄έλεγα πάλι- τι να μου ζηλέψει εμένα, τι να μου βρει για να μ΄αγαπήσει?
Άντρα δικό μου και τώρα δεν έχω. Και δικό μου, σύζυγό μου δηλαδή και τα τέτοια, δε θέλω να΄χω. Δεν μπορώ να τον φανταστώ τον εαυτό μου να ζούμε με κάποιον άντρα πάντα μαζί. Το βράδυ που θέλω να συλλογιέμαι, να κάνω λογαριασμούς- τι θα γίνει μ' αυτόν? Θα μ΄ενοχλεί, θα διακόπτει το νήμα των ιδεών μου, που λένε- θα τσακωθούμε. Και πότε θα πάω στην λεωφόρο? Θα γκρινιάζει πάλι, πάλι θα τσακωθούμε. Δεν φτάνει, λοιπόν, που δεν έχω οικογένεια δική μου, όπως πρέπει στον άνθρωπο, έχω και τις θεωρίες μου αποπάνω - εναντίον του γάμου. Θρησκεία, πατρίς, οικογένεια -τίποτα δεν έχω απ' αυτά. Αδέσποτη με τα όλα μου.
Φαίνεται ωστόσο πως μέσα μου δεν έχω το φίλτρο που λένε. Τις γάτες μονάχα που τις έχουνε κλεισμένες στο δωμάτιο, τους έρημους σκύλους, τα μεγάλα ποντίκια με την αιώνια τους πείνα, τ' άρρωστα παιδιά και τις άσχημες γυναίκες -αυτά μονάχα τ΄ανυπεράσπιστα ζώα αγαπάω. Και σκέφτομαι πως πρέπει να την φοβήθηκα την αγάπη. Να μην τον πάρεις στον λαιμό σου τον άλλο, φεύγεις καλύτερα, μαθαίνεις να φεύγεις. Κ΄είναι κι ο άλλος, φοβάται κι αυτός από σένα.
Αλλιώς τον άντρα, δε μπορώ να πω πως τον στερούμαι και τώρα. Το Σάββατο βράδυ -όχι βέβαια κάθε βδομάδα, γίνεται η έξοδος. Πλένομαι τ΄απόγευμα στη μωρουδίστικη μπανίερα μου. Ξεκρεμάω το καλό το φορέμα μου. Έτοιμη για το μπαρ, κανένα νάιτ κλαμπ στη μεγάλη λεωφόρο. Κάποτε πηγαίνουμε μαζί με τα κορίτσια - είναι λίγο άβολο να κάθεσαι μόνη σου, νομίζεις πως όλοι εσένα κοιτούνε, σε βλέπουν, ξέρουνε το σκοπό σου. Κάποτε, ωστόσο, θέλω να πάω μοναχή μου -και πάω μοναχή μου. Μπαίνοντας στο μαγαζί κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Είμαι τσίφτισσα.
Όλο και κάτι γίνεται. Δεν είμαι βλέπεις και καμιά ασκημομούρα ή αρρω στιάρα. Κ΄έμαθα και λίγο πως πρέπει να φέρνεσαι. Διαλέγω τον άντρα - σηκωνόμαστε και καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι, μιλούμε λίγο, χορεύουμε λίγο, ύστερα του λέω να πάμε σπίτι του. Πάμε, περνούμε καλά. Το πρωί μου δίνει και καφέ.
Τίμιος κόσμος -επειδής είναι λεύτερος. Ο λεύτερος άνθρωπος είναι τίμιος. Δε θέλουνε τίποτα, δε λένε ψέματα, δεν έχουν υποκρισίες, δεν το κρύβουνε γιατί βγήκανε αυτό το βράδυ. Φίφτυ- φίφτυ τον έχουν τον έρωτα όσα δίνεις τόσα παίρνεις.
Χωρίζουμε την Κυριακή το πρωί. Εγώ του λέω να ξαναιδωθούμε. Εκείνος γελάει ευχαριστημένος μα πολύ σπάνια να το πούμε το πότε. Τ΄αφήνουμε έτσι- δε ρωτάμε για το πότε. Και τότες είναι το τέλος -εντστασιόν κι από δω. Την Κυριακή που μένεις πάλι μοναχή, το σκέφτεσαι πάλι. Για το φίφτυ-φίφτυ που δεν πάει μακρύτερα απ΄όσο κρατάει. Και σκέφτεσαι τότε και τον άντρα, αυτόν τον καλό τον άντρα που αγκάλιασες, πόσο πρέπει να ΄ναι στερημένος κι αυτός και πολύ μοναχικός σαν εσένα. Και δεν είπατε τίποτα γι' αυτά, βιαστήκατε να ΄ναι σβησμένο το φως και να μη βλεπόσαστε."
[Το κείμενο είναι παραλλαγή, τροποποίηση και προσαρμογή αποσπάσματος από το Διπλό Βιβλίο του Χατζή- ελπίζω να μην είναι πολύ ιερόσυλο αυτό που έκανα-. Όπως και να 'χει είναι ο αγαπημένος μου.]