Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Πόσο πάει το τομάρι μου στην αγορά?

Την ανάρτηση αυτή την γράφω με τα νεύρα μου κουρελιασμένα, αφού έχω έξω από το παράθυρο μου κάμποσα αγόρια που αφήνουν το τρυπάνι και πιάνουν το σφυρί, αφήνουν το σφυρί και πιάνουν το τρυπάνι, φωνάζουν κι ακούνε αραποτραγούδια. Κι αν κάτι δε με χαρακτηρίζει είναι η υπομονή. Είμαι στο τσακ να ανοίξω το παράθυρο και να ξεκινήσω να πνίγω υδρωμένους εργάτες, η αγοροπνίκτισσα, και ναι η εικόνα αυτή με λεπτομέρειες μου πέρασε από το μυαλό πολλές φορές από το πρωί. Για να ξεχαστώ λοιπόν, αφού δουλειά να κάνω δεν έχω, και δε θέλω να γίνω φόνισσα Φραγκογιαννού, θα αναφέρω αυτό που με προβληματίζει τις τελευταίες μέρες.
Πόσο πάει το τομάρι μου στην αγορά? Γιατί κακά τα ψέματα, όσο απαράδεκτο κι αν ακούγεται, είναι δεδομένο πως όλοι μας έχουμε μια τιμή. Όλοι έχουμε κρεμασμένο πάνω μας ένα αόρατο ταμπελάκι με μια τιμή. Μια τιμή η οποία καθορίζεται από μια ποικιλία παραγόντων, όπως είναι η ομορφιά, η εξυπνάδα, το κύρος, το χιούμορ, η δύναμη, το χρήμα, η ευγένεια και δεν ξέρω κι εγώ από τι άλλο. Ενώ λοιπόν νομίζω πως καταλαβαίνω πόσο πάνε οι άνθρωποι γύρω μου, τον εαυτό μου δεν μπορώ να τον κοστολογήσω. Κι αυτό μου δημιουργεί προβλήματα. Με δυσκολεύει να βάλω στόχους και συχνά αποπροσανατολίζομαι. Με δυσκολεύει να καταλάβω ποιά είναι η καλύτερη προσφορά που μπορώ να εξασφαλίσω (!). Με δυσκολεύει γενικά.
Την περασμένη βδομάδα που πίναμε καφέ με τα κορίτσια και τους είπα πόσο μ΄αρέσει κάποιος, με ρώτησαν γιατί δεν κάνω κάτι κι όταν είπα σιγά μην γυρίσει να με κοιτάξει αυτός μου έκαναν θεωρία γιατί να υποτιμώ τόσο τον εαυτό μου. Κι αυτή η υποτίμηση νομίζω πως φαίνεται, είναι γραμμένη στο πρόσωπο μου και όλοι διαβάζουν πως είμαι loser. Και ποιός να θέλει μια loser. Μου έτυχε φέτος δύο φορές να βγω ραντεβού με διαφορετικούς άντρες και το θέμα συζήτησης μας να είναι το ότι δεν έχω αυτοπεποίθηση. Πόσο πολύ μπορεί να φαίνεται? Και πόσο κακό μπορεί να είναι? Δεν ξέρω. Προβληματίζομαι πολύ έντονα αυτές τις μέρες.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

"Θα πενθώ πάντα - μ' ακούς;"

Έχω πάθει ένα παραλήρημα με το Μονόγραμμα του Ελύτη. Εγώ τον Ελύτη δεν τον ξέρω. Δεν τον μελέτησα ποτέ μου. Τόσα χρόνια στο πανεπιστήμιο και μόνο κάτι μικρές αναφορές κάναμε γι' αυτόν στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δεν ξέρω γιατί. Είναι περίεργο πάντως και κρίμα. Εδώ φάγαμε εξάμηνα ολόκληρα και μελετούσαμε Γιωσέφ Ελιγιά και Ελύτη δεν ακουμπήσαμε. Τον θυμήθηκα σήμερα τον Ελιγιά. Πέρασα από το σπίτι της κυρίας Ρεβέκκας το απόγευμα κι έτσι μου κόλλησε. Ο Ελιγιά έγραφε πολλά ποιήματα για τη Ρεβέκκα, όχι αυτή τη Ρεβέκκα, τη δική του τη Ρεβέκκα πού' τανε ερωτευμένος κι έτσι μου ήρθε στο νου. Άκυροι οι συνειρμοί που κάνω. Περιττή και η αναφορά εδώ, δε νομίζω να τον ξέρει κανείς εκτός κι αν είναι Γιαννιώτης και πάλι παίζεται. Το θέμα είναι ο Ελύτης που εγώ δεν ξέρω και δεν ξέρω γιατί δεν ξέρω. Έπρεπε να ξέρω. Φέτος δίδαξα κιόλας Ελύτη. Κι έτσι έμαθα τα βασικά. Το Μονόγραμμα όμως δεν το ήξερα. Πετύχαινα μερικές φορές αποσπάσματα του σε διάφορα blogs και ενθουσιαζόμουν. Και πήγα και το πήρα σήμερα. Και μαγεύτηκα.

Κι ίσως να ' ναι κι αυτά που νιώθω.
Που δεν είμαι σίγουρη ακόμα.
Κι επηρεάστηκα βαθιά. Κι όλο το βράδυ το μουρμούριζα. Στο όνειρο μου.
Πουθενά δεν πάω, μ'ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ΄ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ΄ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν΄ανθίσει αλλιώς, μ΄ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ΄άλλους καιρούς


Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

1 Δεκεμβρίου, Στάδιο Ελευθέρια



Από μέρες οι μητέρες μου, γιατί ναι έχω δύο, κανόνισαν να πάνε στη συναυλία της Γαλάνης και της Τσαλιγοπούλου και ποιός θα τις έπαιρνε? Το θύμα. Δηλαδή εγώ. Δεν αντέδρασα γιατί από τη μία δεν ήθελα να χάσω τέτοια συναυλία μα από την άλλη το γεγονός ότι θα πήγαινα μαζί τους δε μου ακουγόταν και τόσο καλή ιδέα. Και ήρθα και επιβεβαιώθηκα. Η συναυλία ήταν εξαιρετική μα οι κυρίες, οι μητέρες όχι η Γαλάνη με την Τσαλιγοπούλου, μου σπάσανε τα νεύρα.




Καταρχήν εδιαφωνήσαμε για το πού θα κάτσουμε. Ντε και καλά έπρεπε να καθίσουμε πρώτες πρώτες. -Μα δε βλέπετε πώς οι καρέκλες γράφουν ford? και να επιμένουν -Kαι πού ξέρουν μάνα μου πώς δεν είμαστε της ford? - O κύριος εκεί,να, είναι ο κύριος που φέρνει τη ford, λέτε να μην ξέρει τους υπαλλήλους του? και εδώ έρχομαι και τις πείθω και αναγνωρίζουν πως τελικά δεν πάνε και τόσο χαμένα τα λεφτά που ξοδεύω κάθε μήνα στα περιοδικά. Καθόμαστε λίγο πιο πίσω και ξεκινούν να κουτσομπολεύουν τη κοινοτάρχισσα του χωριού. Που την είδε η μια την Κυριακή στην εκκλησία με την καινούρια της τη νύφη και τι εφορούσε και πώς εκαταδέχτηκε να παντρέψει με αυτήν το γιό της και πάει λέγοντας. Εγώ είχα ήδη φάει ένα κουτί ποπ κορν, ένα κουτί πατατάκια αλάτι ξύδι κι ένα κουτί maltesers. Σημασία δε μου έδιναν, γύριζαν μόνο πού και πού και μου έλεγαν μάνα μου το μωρό μας και τρώει πατατάκια. Εγώ είμαι το μωρό. Άκουγα βέβαια τη συζήτηση τους γιατί παλιά έκανα παρέα με το γιό της κοινοτάρχισσας και με ενδιέφεραν τα νέα. Μετά επιτέλους εβγήκαν στην σκηνή κάτι αγόρια και εχτυπιούνταν. Πολλή χαρά. Φέτος δεν πήγα σε άλλη συναυλία και ενθουσιάστηκα. Ιμάμ Μπαιλντί τέλειοι. Και μετά βγήκε και η Τσαλιγοπούλου. Τι φωνή! Τι τραγούδια! Με όλο μου το πάθος ετραγουδούσα μαζί της κι εξελαρυγγιάστηκα. Ο διπλανός μου, που δεν κατάλαβα γιατί ήρθε, πρέπει να καταριόταν την τύχη του που του 'λαχε κι έκατσε δίπλα μου και τον ξεκούφανα. Από την άλλη ήταν η γκόμενα του που όλο του τριβόταν. Χάιδεψε και να τον χαιδέψεις, πόσο να αντέξει ο ανθρώπος στα 20 λεπτά την πήρε κι έφυγαν. Γύρισε και η μάνα β και μου λέει και πολύ έκατσαν.




Η Τσαλιγοπούλου νομίζω χαλάστηκε που δεν είχε κόσμο. Δεν είχε κόσμο. Ήταν μόνο οι υπάλληλοι των χορηγών εταιριών, ο υπουργός υγείας, εγώ με τις μητέρες μου και κάμποσοι γκέοι. Η συναυλία γινόταν επ' ευκαιρία της παγκόσμιας μέρας κατά του aids. Οι μητέρες εσχολίαζαν το πόσο ελέπτυνε η Τσαλιγοπούλου, τι ωραίο φόρεμα και τι εντυπωσιακό δαχτυλίδι φορούσε. Το δικό μου χτύπημα συνεχιζόταν απτόητο "και κάθε μέρα και κάθε νύχτααα..."




Και μετά βγήκε η Γαλάνη. Πρώτη φορά την άκουσα από κοντά κι εντάξει είναι περιττό να σχολιάσω. Μείναμε και οι τρείς χωριατοπούλες με το στόμα ανοιχτό και οι γκέοι παρακάτω το ίδιο. Η μάνα β γύρισε και μου είπε πώς δεν πρέπει να φορεί σουτιέν. Η Γαλάνη ενθουσιάστηκε με τον Πατσαλίδη. Είπε μας το εκατό φορές. Και τι τυχερή που τον εγνώρισε και τι σπουδαίος πολιτικός που είναι και τι τιμή να την ακούει ο κύριος υπουργός και τι καλά θα ήταν να είχαν και στην Ελλάδα τέτοιους πολιτικούς. Το ίδιο τροπάρι του Μαχαιρίτσα για τον Χριστόφια. Επίσης πρέπει να επονούσε το σβέρκο της γιατί συνέχεια το έπιανε. Εσύγχυσε και τα λόγια σ' ένα τραγούδι που τραγουδούσε με την Τσαλιγοπούλου και έβαλε τα γέλια και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Πολύ χαρούμενος άνθρωπος μου έκανε η Γαλάνη. Το απολάμβανε ρε παιδί μου, δεν το έκανε τυπικά, ούτε διεκπεραιωτικά. Τέτοια εντύπωση μου έδωσε τουλάχιστον.




Γενικά ήταν μαγική η βραδιά. Εκπληκτικά τραγούδια, κορυφαίες φωνές, ο κόσμος τραγουδούσε, χόρευε και γέμισε το στάδιο με μπαλόνια, 6000 μπαλόνια μας έδωσαν και έγινε η ατμόσφαιρα ακόμα πιο μαγική. Μαγική και η συναυλία, μαγικές και οι φωνές, μαγική και η εικόνα όταν αφήσαμε στον ουρανο τα μπαλόνια βγαίνοντας από το στάδιο.. Δηλαδή, ήταν ένα βράδυ όλο μαγεία και χάρη.




Ώσπου εμπήκα στο αυτοκίνητο κι έπρεπε να ακούσω την ανάλυση της βραδιάς από τις μητέρες. Και εκεί καταλαβαίνεις πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνεται ο καθένας το ίδιο γεγονός. Κανένα σχόλιο, ούτε για τις φωνές, ούτε για τα τραγούδια, ούτε για τα μπαλόνια που χάθηκαν μέσα στον ουρανό. Είκοσι λεπτά δρόμου, εβγάλαν συμπέρασμα πως τελικά φορούσε σουτιέν η Γαλάνη. Διότι δεν πολύ κουνιούνταν ενώ σύμφωνα με την ηλικία της θα έπρεπε. Άρα το σουτιέν, δεν ήταν καλό. Δεν τα εκρατούσε στητά ρε παιδί μου και η Γαλάνη είναι του '54, όπως τον παπά σου, σε μένα απευθυνόταν αυτό, οπόταν θα έπρεπε να κουνιούνταν και η μία να λέει δεν της φαίνεται και η άλλη να λέει οχι, επήγε κοντα και της φαίνεται. Και να μην βλέπω τον παπά μου που άσπρισαν τα μαλλιά του, σιγά, γιατί η Νίτσα του Γιώργου φαίνεται συνομήλικη του παπά σου και της Γαλάνης? Η Νίτσα του Γιώργου είναι γκομενάρα. Μα αυτή μάνα μου όλη μέρα γυμνάζεται, είναι και τα γονίδια, είναι και.. επί είκοσι λεπτά αυτό. Πόσα να αντέξω μια γυναίκα? Πόσα?

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Δε "θα ξεκουμπώσω τα φτερά μου από τα χέρια"

Κι αυτό το Σαββατοκυρίακο φρόντισε να μου αποδείξει ότι δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους. Προφανώς και δεν είμαστε όλοι το ίδιο. Και προφανώς δεν σκεφτόματε όλοι το ίδιο. Αποδεικνύεται όμως ότι εγώ δεν έχω την παραμικρή ικανότητα να ψυχολογώ τον κόσμο. Δεν έχω ούτε διαίσθηση, ούτε κατά πως μου φαίνεται, κοινήν αντίληψη. Το μόνο που έχω είναι μια καλοπροαίρετη αντιμετώπιση των ανθρώπων. Τους εμπιστεύομαι όλους. Δε θεωρώ ότι έχω κανέναν λόγο όταν μου λέει κάποιος ότι νιώθει έτσι να πιστεύω πως νιώθει άλλως πως. Και το Σαββατοκυρίακο αυτό ήρθε να μου αποδείξει πως κακώς κάνω.
Μα παρ' όλο που την έπαθα πολλές φορές. Παρ ' όλο που βρέθηκαν πάλι άνθρωποι να με απογοητεύσουν, που δεν περίμενα. Παρ' όλο που βρέθηκαν ξανά άνθρωποι να με ρίξουν απότομα από σύννεφα που αυτοί οι ίδιοι με ανέβασαν. Εγώ την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους αρνούμαι να την χάσω! Έστω κι αν αυτό σημαίνει πως θα τρώ τα μούτρα μου, ξανά και ξανά!

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

"Κάτι με φέρνει, κάτι με παίρνει"

Όση έμπνευση δεν έχω για να γράψω κάτι εδώ άλλη τόση κι ακόμα πιο πολλή έχω για ζωγραφιές. Πολλές ιδέες έχω σημειωμένες που περιμένουν απλά να πάρουν μορφή. Το πρόβλημα ήταν που δεν είχα λεφτά να αγοράσω τους καμβάδες μου και τα λουλούδια που θέλω να βάλω πάνω. Κατ' ακρίβειαν δεν έχω λεφτά για τίποτα. Δεν είχα λεφτά για τίποτα γιατί σήμερα πληρώθηκα. Πρώτη φορά στη ζωή μου εμετρούσα σελινούι σελινούι για να μπορέσω να ζήσω. Βέβαια το παιδί στο κατάστημα τέχνης με συμπαθεί πολύ και πάντα μου τα βάζει όλα στη μισή τιμή. Το περιφανεύομαι στο σπίτι που δεν πολύ εκτιμούν το hobby μου και μου λένε, ναι, από τα 600 τοις εκατόν κέρδος που βγάζει από σένα παίρνει μόνο 300. Όντως είναι κλέφτης ο παλιοαλήτης αλλά με βολεύει, δίπλα στο σπίτι, είναι και το χωριό μακριά... Αλλά γενικά το έχω να με συμπαθούν. Έτσι με κάνουν να νομίζω τουλάχιστον.Οι αστυνομικοί για παράδειγμα δε με γράφουν. Δε με έγραφαν δηλαδή γιατι προχθές με έγραψε ένας. Ο παλιοαλήτης μια ώρα του κλαιγόμουν και μου λέει είσαι πολύ καλός άνθρωπος αλλά έτσι είναι η δουλειά μας να γράφουμε και τους καλούς ανθρώπους! Έτσι πήρα την πρώτη κλήση της ζωής μου αλλά πάλι φεύγοντας είχα την αμυδρή υποψία πως λίγο με συμπάθησε. Οι προηγούμενοι με συμπαθούσαν περισσότερο. Μου΄χει τύχει να μ΄έχει σταματήσει αστυνομικός για ταχύτητα και να μου πει επειδή μου χαμογελάς μπορείς να φύγεις. Να μ' έχει σταματήσει αστυνομικός με το κινητό στο χέρι να κανονίζω για καφέ και να λέει είναι κρίμα να σου κάτσει ο καφές 50 λίρες και να με αφήσει να φύγω χαμογελώντας μου συνομωτικά. Στον τελευταίο δεν έπιασε το κόλπο του χαμόγελου. Αλλά σε ένα μήνα που δεν είχα λεφτά να φάω μάλλον το χαμόγελο μου δεν ήταν τόσο λαμπερό.
Κλείνοντας αυτή την ανάρτηση της αερολογίας θα ήθελα να αναφέρω και κάτι άσχετο. Πέρσι είχα έναν γκόμενο, που στον δεύτερο μήνα που ήμασταν μαζί πήγε ένα ταξίδι στο Cape town, ερχόμενος πίσω αυτός ήταν πολύ ενθουσιασμένος. Τόσο που για μέρες ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ του σπιτιού του, έβλεπε στο κενό και παραμιλούσε για το τι τέλεια που ήταν. Όχι δεν υπερβάλλω, για μέρες ο άνθρωπος το μόνο, μα το μόνο, που έλεγε ήταν τι ωραία που επέρασε και τι ωραία να πήγαινε να ζήσει εκεί και τι τέλεια που ήταν όλα και γιατί να είναι εδώ και να μην είναι εκεί. Ώσπου η υπομονή μου, δεν έχω και πολλή η γυναίκα, εξαντλήθηκε, επήρα την τσαντούλα μου και αποχαιρέτησα τον πλάτανο. Από τότε λες και με καταράστηκε, δεν ξέρω και γω ποιός, παντού ακούω αυτήν την χώρα. Τι μουντιάλ, τι αφιερώματα σε περιοδικά, παντού όμως, και μου φαίνεται παράξενο γιατι μέχρι πέρσι παίζει και να μην την ξανάκουσα. Το αποκορύφωμα. Προχθές πήγα σινεμά και είδα το 2012. Η γνωστή ταινία για την καταστροφή του κόσμου. Ένα πράμα θα πω και επιστρέφω στη δουλειά μου. Εκαταστράφηκε όλος ο κόσμος εχτός απο ένας τόπος. Tο Cape town!