Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

7/11

Η τραγωδία ήρθε και με βρήκε στο δωμάτιο 301 ενός μπουτίκ ξενοδοχείου στο Βερολίνο. Είχα ήδη περάσει 5 μέρες, 5 μέρες όπου χαλάρωσα, γύρισα, ονειρεύτηκα και δεν ξέρω πώς, μα ένοιωθα πως ένα τεράστιο βάρος έφυγε από πάνω μου κι ο κόσμος τελικά είναι πολύ απλός και μάλλον πρέπει να είμαι ευτυχισμένη και ήμουν εκείνες τις μέρες και έτσι μου άρεσαν όλα και όλα μου φαίνονταν μαγικά, μοναδικά και υπέρλαμπρα. 
Το πρωί εκείνο ξύπνησα και ετοιμαζόμουν, με λίγο περισσότερο ζήλο από όσο θα έπρεπε σε έναν τουρίστα, μα πέτυχα το fashion week  του Βερολίνου και ένοιωθα λες και ήμουν στο παράδεισο, με είχαν σταματήσει και την προηγούμενη κάτι fashion bloggers και μου φωτογράφιζαν τα παπούτσια και έκανα απίστευτες χαρούλες και γενικά ήμουν σε μια κατάσταση έκστασης και αποχαύνωσης κι όσο ήμουν σε εκείνη την κατάσταση είχα κι έπαιζε από πίσω το bbc, δεν έδινα σημασία τι έλεγε, μα ξαφνικά γύρισα τα μάτια μου στην τηλεόραση και βλέπω κάτι πυροσβεστικά και διαβάζω πυροσβεστική υπηρεσία Κύπρου και βλέπω και κάτι συντρίμμια που αποκλείεται να είναι Κύπρος μα και κάτι πινακίδες ΑΗΚ και μάλλον είναι Κύπρος, μα πώς γίνεται να είναι Κύπρος, να μην καταλαβαίνω τι μου γίνεται και να μην προσπαθώ να καταλάβω κιόλας αλλά να κρατώ μια βούρτσα και να γυρίζω στα δωμάτια του ξενοδοχείου να χτυπώ τις πόρτες των κοριτσιών και να φωνάζω πανικόβλητη καίγεται η Κύπρος, καίγεται η Κύπρος.. Το επόμενο λεπτό ήμασταν όλες με ένα τηλέφωνο στο χέρι, η μάνα μου μου έλεγε είναι σαν τον πόλεμο, ο πατέρας μου χτυπιόταν πώς εκάτσαμε πάνω για χρόνια και εμείς εμείναμε εκεί παγωμένες κι άφωνες. 
Κι εκεί τελείωσε και η χαρά των διακοπών. Όσο χάρηκα, χάρηκα, το βάρος, η αγωνία, το άγχος σε μέγεθος πανικού επέστρεψαν μέσα μου κι αυτή ήταν και η ψυχολογική μου κατάσταση τις επόμενες 5 μέρες που έμεινα ακόμη στο Βερολίνο. Το οποίο το βρήκα απίστευτα όμορφο, με τους πιο ευγενικούς και καλούς ανθρώπους που συνάντησα ποτέ στη ζωή μου και με τους πιο όμορφους και ψηλούς άντρες που είχα φανταστεί ποτέ μου (είναι Αρια φυλή φίλε μου, ναι).

Και μετά από αυτό εγώ έπρεπε να επιστρέψω πίσω. Κι επέστρεψα. Διακοπές ρεύματος, 2 και 3 μέρες χωρίς νερό, συζητήσεις πανικού με τον κόσμο που επηρεάζεται άμεσα, τσακωμοί για το ποιός φταίει και είναι και αυτή η αναθεματισμένη ζέστη που τα κάνει όλα μα όλα ακόμα πιο άσχημα. Και ύστερα είναι και το θανατικό. Αυτοί που χάθηκαν έτσι, η μάνα του έρωτα της ζωής μου και η γιαγιούλα μου. Κλάψαμε και μαυροφορέσαμε όλοι αυτόν τον Ιούλη, έτσι μην έχει κανείς παράπονο.

Αυτό μου είπε κι αυτός όταν τυχαία τον είδα στο σουπερμάρκετ προχθές." Όλο άσχημα ακούω, δεν γίνεται αυτό". Μα εγώ ήμουν ευτυχισμένη εκείνη την στιγμή, είχα χωθεί μέσα στην αγκαλιά του και τον έσφιγγα όσο πιο πολύ μπορούσα κι ευχόμουν να σταματήσει ο κόσμος εκείνη τη στιγμή, εκείνη τη στιγμή να σταματούσε να γυρίζει η γη! 

Μα δε σταμάτησε.