Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Ο Πανούλης

Έχει μισή ώρα που περιμένω τον Πάνο για μάθημα κι αυτός άφαντος. Αφού είδα κι απόειδα κι ο καφές που του έφτιαξα, -γιατί πάντα τον περιμένω με ζεστό έτοιμο καφέ- πάγωσε, επήρα τον τηλέφωνο να δω που χάθηκε.
"Ου κυρία εξέχασα."
Εξέχασε λέει! Πώς γίνεται να ξεχνάς πως έχεις μάθημα? Εγώ γιατί ποτέ δεν εξέχασα πως έχω μάθημα. Εφάγαμε μισή ώρα προχθές να βρούμε μέρα και ώρα να βολεύει και τους δυο και μετά το ξεχνά? Ώρες-ώρες απορώ για την μνήμη του. Δεν έχει έτσι πράμα. Πόσο μπορεί δηλαδή κάποιος να σε γράφει στα απαυτά του. Αυτή την ουτοπία για να δώσω ένα παράδειγμα μου έβγαλε την Παναγία να τη μάθει. Κι αμφιβάλλω πάαααααρα πολύ αν το ρωτήσει κάποιος τώρα τι σημαίνει αν θα ξέρει.

Κοίταξε για να δεις. Διαβάζουμε. Σταματώ. Εξηγώ. Θεωρώ δεδομένο πως ξέρει 18 χρονών άνθρωπος τι σημαίνει ουτοπία μα δεν ξέρω γιατί, είπα να ρωτήσω.
-Ουτοπία ξέρεις τι σημαίνει, έτσι Πανούλη?
-Καλό! μ΄έναν ενθουσιασμό ο Πανούλης. Είναι το ναρκωτικό.
-Ναρκωτικό?! Έχει τέτοιο ναρκωτικό? Πού το άκουσες?
-Ξέρω το κυρία, έχει ένα σύνθημα ο ΠΑΟΚ και λέουμε το, να σου το πω?
-Ε, για πες το Πανούλη να δούμε.
Και βλέπω τον Πανούλη πρώτη φορά, έχει ένα χρόνο τώρα, ενθουσιασμένο και παθιασμένο με κάτι να απαγγέλλει ''λένε πως είσαι μια ουτοπία κι όλο με ψάχνει η αστυνομία" και κάτι τέτοια.
-Μάλιστα, λέω εγώ και κάνω πως θυμώνω. Άνοιξε τετράδια Πανούλη και να ετυμολογήσεις τώρα όλες τις λέξεις του συνθήματός του ΠΑΟΚ.
Έχουμε σπαταλήσει έτσι είκοσι λεπτά, μήπως και εμπεδώσει ο Πανούλης τι είναι ουτοπία. Το επόμενο μάθημα, να την πάλι μπροστά μας η ουτοπία.
-Τι είπαμε ότι σημαίνει ουτοπία Πανούλη?
-Ναρκωτικό.
-Ρε Πανούλη! Είκοσι λεπτά φάγαμε ρε αγόρι μου το περασμένο μάθημα να αναλύσουμε το σύνθημα του ΠΑΟΚ και λέεις μου πάλι ναρκωτικό?!
-Α ναι, τι είπαμε κυρία, θύμισε μου?
Θυμίζω τον. Και σπαταλώ ακόμα μισή ώρα να του ξεκαθαρίσω πως άλλο η ουτοπία κι άλλο το όπιο , με το οποίο υποθέτω το συγχύζει, και κουβέντα στην κουβέντα φτάνουμε στον Μαρξ και δεν έχουμε σταματημό οι σύντροφοι. Περνούν κανά δυο μαθήματα ακόμα και να το πάλι. Η ουτοπία.
-Ω!, λέω, να η ουτοπία. Για πες μου τώρα τι σημαίνει Πανούλη και κανόνισε να θυμάσαι αυτή τη φορά.
-Εεεε..
-Ρε Πανούλη σοβαρομιλάς?!
-Είμαι σίγουρος πως το είπαμε.
-Άι γαμήσου Πανούλη που μου σαι και σίγουρος και θες να μπούμε και Πανεπιστήμιο.

Γίνεται έτσι αντιληπτό πόση σημασία μου δίνει ο Πανούλης και πόσο πολύ με υπολογίζει γενικά ο Πανούλης. Να ήταν άλλη μέρα βέβαια δε θα με ένοιαζε για τον Πανούλη. Θα έπεφτα να κοιμόμουν. Αλλά τώρα έγινα Τούρκος με τον Πανούλη γιατί θα μπορούσα, Παρασκευή απόγευμα, να έπινα καφέ με τις φιλενάδες μου κι όχι να περιμένω σαν το μαλάκα τον Πανούλη. Ή ακόμα καλύτερα θα έμενα παραπάνω στο γυμναστήριο να συνέχιζα το σαλιάρισμα με το γυμναστή - α ναι και τη γυμναστική βεβαίως- κι όχι να τρέχω ιδρωμένη μες τις βροχές σαν το χαζοπούλι να προλάβω τον Πανούλη. Κι εφώναζε μου ο γυμναστής. -Πού πας δεν έκανες χέρια! -Βιάζομαι, φώναζα τρέχοντας προς την έξοδο και φώναζε κι αυτός ξωπίσω μου, -Δεν είναι σωστό πρέπει να γυμνάζεις όλο σου το σώμα. Και έκλεινε η πόρτα κι εγώ εσυνέχιζα, -Μα έχω Πανούλη! 
Κι ο Πανούλης? Ου κυρία εξέχασα!







Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Παραφωνίες

Αν με κάνεις να μην μπορώ να κλείσω μάτι θα σε παραδεχτώ.
Σε προειδοποιώ.
Δε νιώθω.
Πάει καιρός που δε νιώθω.
Και αν δε με κάνεις εσύ δεν πειράζει.
Ίσως κάποιος άλλος. Ίσως και κανείς. 
Αφού σου λέω. Δεν είναι προσωπικό. Απλά εγώ δε νιώθω.

Κατά καιρούς, ψευτοαισθήματα. Μα άμα δεν κάθεται, δεν έγινε και κάτι.
Ψευτοέρωτες. Που πέφτω τα βράδια και κοιμάμαι και το πρωί ούτε που τους θυμάμαι.
Δε φταις εσύ. Εγώ λέμε. Δε νιώθω.

Ίσως να ναι που δε μπορώ να βρω τα παλιά κομμάτια μου. 
Πού να ναι κρυμμένα τα κομμάτια μου?
Να ναι θαμμένα σ αυτό το δωμάτιο? 'Έχω πεθάνει χίλιες φορές σ΄αυτό το δωμάτιο. Και σ΄αυτό το σώμα. Και σ΄αυτό τον εαυτό.
Καθένας έχει το δικό του θάνατο. Rilke.

Τα πρωινά ξυπνώ με την καρδιά μου κομμένη στα δύο και το βράδυ κοιμάμαι με την καρδιά μου ραμμένη με χοντρά ράμματα.

Περιμένω αλλαγές που δε συμβαίνουν. 


Ξέρεις? Το Μάρτη άμα φυσάει στο χωριό, μοσχοβολά ανθό.



Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

Στο γυμναστήριο

Έχει πολύ καιρό να γράψω κάτι. Και τι να έγραφα μωρέ. Τίποτα δεν γινόταν στη ζωή μου. Την μια από τις δυο εβδομάδες της απουσίας μου την πέρασα σε βαθιά κατάθλιψη. Πήγαινα στη δουλεία μέχρι τις 2.30, επέστρεφα χωριό, κοιμόμουν μέχρι τις 6, ξυπνούσα, έβλεπα τηλεόραση και ξανακοιμόμουν. Ζόμπι κανονικό. Κι έχω έτσι μια συζήτηση με τη Λου που με στήνει στον τοίχο και με πυροβολεί ανελέητα για την κατάντια μου, για τις επιλογές μου, για τη ζωή μου που είναι ακριβώς ίδια με της γιαγιάς μου της Ελεγκούς. Την επόμενη μέρα πήρα φόρμες και αθλητικά και πήγα γυμναστήριο.

Στόχοι δύο. Να γίνω κορμάρα ατελείωτη μέχρι το καλοκαίρι και να κοινωνικοποιηθώ. Μετά από μια εβδομάδα εκγύμνασης, κανένας από τους δύο στόχους βεβαίως ακόμα δεν επετεύχθη, απλά εγώ σέρνομαι. Ειδικά σήμερα ξύπνησα και δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Κάθε μυικός ιστός αυτού του σώματος έχει πιαστεί, βάλε και το ότι πονώ όλα τα κόκαλα μου και κάθε μου κλείδωση λόγω περιόδου, σηκώθηκα το πρωί και ήθελα να κάτσω στο πάτωμα και να κλαίω. Δε μπορώ να κουνηθώ. Υποφέρω. Υποφέρω. Υποφέρω πολύ! Τι την ήθελα τη γυμναστική η γυναίκα. Και μου το έλεγε ο γυμναστής. Μην κάνεις παραπάνω απ΄ότι σου λέω γιατί θα πιαστείς και θα μου φωνάζεις. Αλλά εγώ επειδή δεν ήθελα να φύγω από κοντά του έκανα την έξυπνη. Γιατί μπορεί να μισώ την γυμναστική, αγαπώ όμως πολύ τους γυμναστές. Ειδικά τους δίμετρους γυμναστές. (Και τους δίμετρους σκέτους. Έχω ένα κόλλημα με τους ψηλούς άντρες. Ένα κόλλημα για το οποίο έχω κατηγορηθεί πολλάκις από τις φίλες μου, ψηλός να 'ναι κι ότι να 'ναι, μου λένε. 90 τοις εκατό έχουν δίκαιο. Ο επί πέντε χρόνια είχε ύψος 1,98 και η επόμενη μου σχέση, ο Θεός να την κάνει, ήταν 1,93, πώς να μην ενθουσιαστώ με τον δίμετρο γυμναστή.)

Δεν χάνω μέρα στο γυμναστήριο, έτσι? Είναι και άγριος και λιγομίλητος και απότομος και μου αρέσει ακόμα πιο πολύ. Για το γυμναστή μιλάμε πάντα. Θα σε δω την Δευτέρα  του είπα την Παρασκευή. Τσου, λέει μου, θα με δεις απόψε στο μπαρ. Με διέταξε. Έτσι απλά.
Σήμερα είπα να πάω άλλη ώρα  για να μην τον πετύχω, μην λέει πως πάω και γι' αυτόν. Μπαίνω δεν τον βλέπω πουθενά, ωραία σκέφτομαι, να γυμναστώ και μια φορά χωρίς να έχω την έγνοια μη με βλέπει ιδρωμένη και μη μου πετάγεται το μαλλί. Δεν προλαβαίνω να πω μια κουβέντα με την κοπέλα στην είσοδο, τσουπ μπαίνει χαρωπός. Τους χαιρετά όλους, εγώ δεν υπάρχω, πάει πάνω κάτω κι εγώ ξεκινώ για να πάρω θέση στο διάδρομο περνώ από δίπλα του, αυτός κοιτάζει αλλού και τον ακούω: -Ελένη πού πας? -Να κάνω το πρόγραμμα που μου έβαλες. -Τσου μου κάνει πάλι, επιμένοντας να μη με κοιτάζει. Μπες μέσα στην τάξη. Θα κάνεις μπάλες μαζί  μου. Έτσι απλά. Με ξαναδιέταξε. Μόνο που δε με έσπρωξε να με βάλει στο μάθημα. Είναι πολύ άγριος μαζί μου. Και μου αρέσει. Γενικά μου αρέσουν όλα αυτή την περίοδο . Η άνοιξη, τα χελιδόνια, οι ανθοί, οι μουσικές, τα χρώματα, το φως, η ζωή. Μόνο να ερωτευτώ πολύ μου λείπει. Έχω ανοίξει την καρδιά μου και περιμένω. 'Οτι υποφέρω το ανέφερα?

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Ό,τι θυμάμαι...

Θυμάμαι εκείνο το βράδυ Σαββάτου πώς μου το πέταξες έτσι.
Σκέφτηκα να πάμε ένα ταξίδι στο Παρίσι είπες.
Δεν ξέρω, είδες τον πανικό στα μάτια μου, το πες για να το πεις, δεν ξέρω.
Έχεις πάει όμως, έτσι, ας το αφήσουμε καλύτερα κι αμήχανα κοίταξες αλλού.
Ναι, έχω πάει, οπόταν... κι αμήχανα κοίταξα αλλού.
Κι έτσι αλλάξαμε κουβέντα.
Μα πώς το σκέφτηκες? Μόλις που είχαμε γνωριστεί. 
Και με θυμάμαι τέσσερις το πρωί να οδηγώ για το χωριό και να μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια σου ξανά και ξανά.
Μου αρέσει που το σκέφτηκες. Κι εγώ ερχόμουν με χίλια.
Μα πανικοβλήθηκα. Πώς θα το έλεγα στα κορίτσια, στην αδερφή μου, στη μάνα μου. Με ποιόν θα πήγαινα?
Δεν ξέρω. Μόνο πως εγώ ερχόμουν με χίλια ξέρω.
Τους άλλους φοβήθηκα. Που θα είχαν δίκαιο βεβαίως. Όπως πάντα. Αφού δεν βρεθήκαμε ποτέ ξανά από τότε.
Κι η ειρωνεία φεύγοντας. Θα πληρώσω εγώ είπες. Πάλι είπα, άσε με μια φορά κι εμένα, δε νιώθω καλά.
Και θυμάμαι εκείνο το με χίλιες υποσχέσεις βλέμμα σου και το χαμόγελο εκείνο.
Την επόμενη φορά έκανες και θα' ναι σύντομα.
Κι ήμουν ευτυχισμένη έτσι.
Και μετά εξαφανίστηκες. Κι εσύ. Έτσι.
     Κι εγώ έτσι θυμάμαι εκείνο το ποίημα του Λειβαδίτη. Έχω φάει τον κόσμο. Πουθενά δεν το βρίσκω. Στις ποιητικές συλλογές που έχω στοιβαγμένες στο σπίτι, στο ίντερνετ, πουθενά. Θα πάω αύριο να το πάρω. Άμα μπει κάτι στο μυαλό μου. Μόνο αυτό θυμάμαι:  

Προσβολές που κάναμε τάχα πως δεν τις καταλάβαμε,
μεγάλες αποφάσεις τη νύχτα, που τις έθαψε σε λίγο ο ύπνος,
 ένας τυφλός εγωισμός όταν χρειαζόταν λίγη κατανόηση ή
μια ηλίθια συχώρεση όταν έπρεπε να τους πιάσεις από το λαιμό.

Έτσι ακριβώς. Η ζωή μου όλη. 
     Είναι περίεργα όσα θυμάμαι. Το πιο περίεργο όμως.
Κάθε που ο καιρός είναι τόσο χάλια, θυμάμαι μια συγκεκριμένη βραδιά πριν από χρόνια κάπου στην Ελλάδα.
Είχαμε πάει με τα κορίτσια να δούμε μια θεατρική παράσταση.
Δε θυμάμαι τίποτα από αυτήν. Ούτε το έργο, ούτε τους ηθοποιούς, ούτε τον συγγραφέα, τίποτα.
Το μόνο που θυμάμαι είναι να ανοίγω το πρόγραμμα και να μου κάνει εντύπωση αυτό που έγραφε στην πρώτη σελίδα ο σκηνοθέτης, λόγια από το έργο. 
Και με θυμάμαι να επιστρέφω σπίτι και να το αντιγράφω στο ημερολόγιο μου. Δεξιά σελίδα κάτω κάτω. Εκεί που είναι τα Σάββατα και οι Κυριακές.
Και τέτοιες νύχτες που είναι τόσο χάλια ο καιρός, όλο αυτό τριγυρνά στο μυαλό μου. Το ψάχνω μέρες. Εξαφανίστηκε. Ούτε αυτό μπορώ να το βρω πουθενά. 
     Άγρια νύχτα κι ανώμαλη. Ο αέρας έξω που φυσά και οι βροχές που πέφτουν. Άλλοι τρώνε σουβλάκια, άλλοι βλέπουν τηλεόραση, άλλοι περιμένουν σειρά να δουν σινεμά, άλλοι γαμιούνται... κι εγώ εδώ.
Ή κάτι τέτοιο.