Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

"Το 10 το καλό"

Σε κοιτώ που με κοιτάς και δεν έχω τίποτα να σου πω. Δεν καταλαβαίνω κιόλας αν περιμένεις να σου πω κάτι. Μα αν περιμένεις δεν έχω τίποτα να σου πω. Μ' αρέσει που δεν κλαίς. Μ' αρέσει και που τα εκλογικεύεις όλα. Τα πράγματα έτσι έχουν, οι επιλογές μας είναι αυτές. Τέλος. Χωρίς τι ωραία που ήταν πριν, χωρίς ευχές να ήταν κάπως αλλιώς. Τα πράγματα έτσι έχουν και οι επιλογές μας είναι μόνο αυτές! Μ΄αρέσει που αν και μου λες τον πόνο σου εγώ χαχανίζω κι εσύ γελάς. Με τρελλαίνει ο τρόπος που μιλάς. Μια ζωή φοβόμουν μη γίνω σαν εσάς, λες. Είσαι μαλάκας, απαντώ.
Το πάθος των ημερών. Και τα ξεφούσκωτα μας μπαλόνια. Κι απλά κοιτάμε. Τα γυαλιστερά στολίδια, τους γρήγορους βηματισμούς, τις γεμάτες σακκούλες. Ο ήλιος σβήνει, ο ήλιος που μας έκαψε και τόσο απωθήσαμε μια ώρα πριν. Εμείς λάμπουμε ακόμα. Με τα άδεια μας μπαλόνια στα μάτια. Θυμάσαι τις ανατολές που ζήσαμε, ρωτώ. Οχι, απαντάς.
Προσμένω την επόμενη.

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

"Χαμόγελα του πριν και χαμόγελα του μετά"



"Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους που χαμογελάνε πολύ, Αντόνιο. Χαμογελούν πολύ αυτοί που έχουν υποφέρει πολύ. Είναι ένας τρόπος να κρύβεσαι κι ένας τρόπος για να ξεχνιέσαι. Εμείς που γελάμε πολύ είναι γιατί έχουμε γνωρίσει τον πόνο. Κανείς δεν είναι τόσο ευτυχισμένος όσο αυτός που έχει υποφέρει, γιατί έχει νοιώσει το βάρος του αέρα και γνωρίζει πως σε κάθε λεπτό υπάρχει η πιθανότητα ενός τέλους. Μέσα σε δευτερόλεπτα ο κόσμος μπορεί να αναποδογυρίσει και η μπάλα της γης να πέσει πάνω σου, και τότε τίποτα πια δεν θα είναι όπως πριν. Γι' αυτό υπάρχουν χαμόγελα του πριν και χαμόγελα του μετά. Υπήρχε ένα χαμόγελο πριν πεθάνει η μητέρα μου κι ένα μετά "
Θλιμμένοι Εραστές, Εουχένια Ρίκο

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Σ΄αγαπώ!


Έχω ίντερνετ μετά από πολλές, πάρα πολλές μέρες. Έχω κουραστεί με αυτή την σύνδεση που την χρυσοπληρώνω και όποτε θυμηθεί δουλεύει. Μα τι περιμένεις μέσα στη μέση του πουθενά που μένω.. Κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δεν πέρασα να διαβάσω κανέναν, δεν ευχήθηκα σε κανένα και δεν ξέρω τι γίνεται στον κόσμο.

Η εβδομάδα μου εμένα πάντως είχε άρωμα, γεύση και χρώμα Anti-Christos. Αυτός ήταν η έγνοια μου, η σκέψη μου, ο λόγος που κοιμόμουν ελάχιστα και θέλω να τον ευχαριστήσω. Να τον ευχαριστήσω για πάρα πολλούς λόγους - έκατσε πάνω, θα του πρήξω τα συκώτια- αλλά κυρίως γιατί με έκανε να αγαπήσω τον κόσμο όλο.

Επίσης θα ήθελα να του πω πώς άμα με το καλό γίνει καλά να ετοιμάσει επιταγές γιατί από το άγχος που πέρασα την Τρίτη για χάρη του γέμισα εξανθήματα και είναι Σάββατο και τα έχω ακόμα, δερματολόγο και κρέμες δεν γλυτώνω, άρα πάει το εκατοστάευρω συν ότι παίζει να μου μείνουν σημάδια. Επιταγή δεύτερη να αγοράσω κονσίλερ για το κλάμα που ρίχνω για χάρη του, που στην ουσία δεν φταίει αυτός αλλά το PMS μου, που με κάνει υπερευαίσθητη, είμαι και που 'μαι, πέντε μέρες οι κύκλοι κάτω από τα μάτια μου υπερδιπλασιαστήκαν, δεν μπαίνουν κι οι φακοί.. άσε, ζω μεγάλο δράμα. Κυρίως όμως απαιτώ λεφτά για ψυχική οδύνη! Το τι λαχτάρα πέρασα δεν μπορώ και δε θέλω να περιγράψω!

Θα ' μαι ευγενική όμως και θα περιμένω να επανέλθει.

Η σκέψη μου είναι συνέχεια μαζί του, οι προσευχές μου όλες γι'αυτόν και παραδόξως -για μένα- τα βλέπω όλα θετικά.

Σ'αγαπώ χαζούλη μου. Να γίνεις γρήγορα καλά!!!!!!!!

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

"δεν επιτρέπονται οι αναμνήσεις"



Εμελαγχόλησα πολύ. Από χθές που πήγα στην Πανεπιστημιούπολη έπεσα σε βαριά κατάθλιψη. Δεν προετοιμάστηκα ψυχολογικά, ίσως κι αυτό. Και μου έπεσε βαρύ. Βαρύ? Τέλος πάντων, αυτό που ένιωσα πατώντας το πόδι μου στη σχολή θετικών επιστημών, ήταν μια ερεθιστική ανατριχίλα που με αναστάτωσε. Προσπαθούσα να μετρήσω τα χρόνια. Και βγαίνουν πολλά. Το μόνο που ακουγόταν στο κτίριο ήταν ο ήχος των τακουνιών μου, να αντηχεί και να συνοδεύει τις αναμνήσεις που τόσο ευλαβικά προσέχω να αποφεύγω καθημερινά. Και τόσo ξεδιάντροπα πετάχτηκαν ξαφνικά. Βρήκα την αίθουσα και κάθισα σταυροπόδι σ΄ένα παγκάκι δίπλα. Με παλάβωσαν οι αφίσες των παρατάξεων, τα τραπεζάκια, τα συνθήματα στους τοίχους, οι ανακοινώσεις, τα αποτελέσματα. Και θυμήθηκα τις αφισοκολλήσεις τα παγωμένα βράδια με την καλύτερη παρέα, το τραπεζάκι που βγάζαμε για χρόνια έξω από τη λέσχη, τα βράδια που περιμέναμε να δούμε την ανατολή του ήλιου στη λίμνη, παρέα με μπύρες και γέλια... "Κι εσύ για την εξέταση?" , με επανέφερε μια φωνή κι αντικρίζω δυό τιρκουάζ μάτια. Θα έκανα πραγματικά τρία λέπτα να απαντήσω. Διαβάζω ένα ηλίθιο βιβλίο αυτό τον καιρό για το πώς να βρει κάποιος τον έρωτα (ο καθένας με τον πόνο του) και μέσα στα πολλά λέει πως πρέπει να είμαστε πάντα και παντού έτοιμοι να τον γνωρίσουμε. Αυτό εσκεφτόμουν τα τρία λεπτά που κοιτούσα αποχαυνωμένη τα τιρκουάζ μάτια, συν ότι καταριόμουν που δεν ακολούθησα τις συμβουλές του βιβλίου και πήγα στις εξετάσεις αχτένιστη, άβαφτη και με γυαλιά της μυωπίας. "Κι εγώ για την εξέταση, λέω, μα μάλλον ήρθαμε πολύ νωρίς." "Ναι, λέει, έχουμε μια ώρα ακόμα, θέλεις να πάμε κάτω για καφέ?" 'Οχι, είπα, προτιμώ να μείνω εδώ." Ήθελα να κάτσω να συνεχίσω την μαζοχιστική μου ονειροπόληση. Την ονειροπόληση μιας ζωής που είναι σαν να έζησε άλλος, χίλια χρόνια πριν.
Ποτέ δεν σκέφτομαι τα περασμένα. Ποτέ δε μου επιτρέπω. Και δεν τα σκέφτομαι γιατί όπου και να πέσω με πονάει. Με πονάει γιατί θα πρέπει να συγκριθούν με το μίζερο τώρα, που δεν γίνεται απολύτως τίποτα. Όταν τότε γίνονταν όλα.
Τέλος. Κοιτάω μπροστά. Πάω και βρίσκω το αγόρι με τα τιρκουάζ μάτια και πιάνουμε κουβέντα, ώσπου μπήκαμε στην εξέταση.
Καταραμένη εξέταση. Κάθε μήνα δίνω εξετάσεις. Ό,τι θέση βγει στέλνω βιογραφικά, κάνω αιτήσεις και κάθομαι και τις εξετάσεις που με καλούν. Συνέχεια δεν έχει η ιστορία. Μέχρι τις εξετάσεις μένω. Ούτε τα αποτελέσματα δεν μαθαίνω. Άρχισα να παίρνω τώρα τελευταία ευχαριστήριες επιστολές από αιτήσεις που έκανα πριν δύο χρόνια κι ούτε καν που τις θυμάμαι.. Με ευχαριστούν για το ενδιαφέρον. Τι να πεις? Τίποτα να μην πεις. Ούτε για το γελοίο γεγονός που εχτές, ας πούμε, έπρεπε να εξεταστώ στα νέα ελληνικά (είμαι φιλόλογος) στα αγγλικά (έχω κάνει μεταπτυχιακό σε αγγλικό πανεπιστήμιο) και στην εκπαίδευση των καθηγητών (το μεταπτυχιακό μου είναι στα παιδαγωγικά). Άσε που απέκτησα τόσην εμπειρία, γιατί οι εξετάσεις είναι όλες ίδιες ή σχεδόν ίδιες κάθε φορά, που κάποιες στιγμές ένιωθα πως έγραφε μόνο του το χέρι μου, χωρίς να σκέφτομαι. Ετρόμαξα προς στιγμή.
Aυτά. Sana sa' eedah στους συναδέλφους μου που αύριο έχουν πρωτοχρονιά και με παίρνει και μένα η μπάλα κι έχω αργία. Και στα δικά μας.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Πόσο πάει το τομάρι μου στην αγορά?

Την ανάρτηση αυτή την γράφω με τα νεύρα μου κουρελιασμένα, αφού έχω έξω από το παράθυρο μου κάμποσα αγόρια που αφήνουν το τρυπάνι και πιάνουν το σφυρί, αφήνουν το σφυρί και πιάνουν το τρυπάνι, φωνάζουν κι ακούνε αραποτραγούδια. Κι αν κάτι δε με χαρακτηρίζει είναι η υπομονή. Είμαι στο τσακ να ανοίξω το παράθυρο και να ξεκινήσω να πνίγω υδρωμένους εργάτες, η αγοροπνίκτισσα, και ναι η εικόνα αυτή με λεπτομέρειες μου πέρασε από το μυαλό πολλές φορές από το πρωί. Για να ξεχαστώ λοιπόν, αφού δουλειά να κάνω δεν έχω, και δε θέλω να γίνω φόνισσα Φραγκογιαννού, θα αναφέρω αυτό που με προβληματίζει τις τελευταίες μέρες.
Πόσο πάει το τομάρι μου στην αγορά? Γιατί κακά τα ψέματα, όσο απαράδεκτο κι αν ακούγεται, είναι δεδομένο πως όλοι μας έχουμε μια τιμή. Όλοι έχουμε κρεμασμένο πάνω μας ένα αόρατο ταμπελάκι με μια τιμή. Μια τιμή η οποία καθορίζεται από μια ποικιλία παραγόντων, όπως είναι η ομορφιά, η εξυπνάδα, το κύρος, το χιούμορ, η δύναμη, το χρήμα, η ευγένεια και δεν ξέρω κι εγώ από τι άλλο. Ενώ λοιπόν νομίζω πως καταλαβαίνω πόσο πάνε οι άνθρωποι γύρω μου, τον εαυτό μου δεν μπορώ να τον κοστολογήσω. Κι αυτό μου δημιουργεί προβλήματα. Με δυσκολεύει να βάλω στόχους και συχνά αποπροσανατολίζομαι. Με δυσκολεύει να καταλάβω ποιά είναι η καλύτερη προσφορά που μπορώ να εξασφαλίσω (!). Με δυσκολεύει γενικά.
Την περασμένη βδομάδα που πίναμε καφέ με τα κορίτσια και τους είπα πόσο μ΄αρέσει κάποιος, με ρώτησαν γιατί δεν κάνω κάτι κι όταν είπα σιγά μην γυρίσει να με κοιτάξει αυτός μου έκαναν θεωρία γιατί να υποτιμώ τόσο τον εαυτό μου. Κι αυτή η υποτίμηση νομίζω πως φαίνεται, είναι γραμμένη στο πρόσωπο μου και όλοι διαβάζουν πως είμαι loser. Και ποιός να θέλει μια loser. Μου έτυχε φέτος δύο φορές να βγω ραντεβού με διαφορετικούς άντρες και το θέμα συζήτησης μας να είναι το ότι δεν έχω αυτοπεποίθηση. Πόσο πολύ μπορεί να φαίνεται? Και πόσο κακό μπορεί να είναι? Δεν ξέρω. Προβληματίζομαι πολύ έντονα αυτές τις μέρες.

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

"Θα πενθώ πάντα - μ' ακούς;"

Έχω πάθει ένα παραλήρημα με το Μονόγραμμα του Ελύτη. Εγώ τον Ελύτη δεν τον ξέρω. Δεν τον μελέτησα ποτέ μου. Τόσα χρόνια στο πανεπιστήμιο και μόνο κάτι μικρές αναφορές κάναμε γι' αυτόν στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δεν ξέρω γιατί. Είναι περίεργο πάντως και κρίμα. Εδώ φάγαμε εξάμηνα ολόκληρα και μελετούσαμε Γιωσέφ Ελιγιά και Ελύτη δεν ακουμπήσαμε. Τον θυμήθηκα σήμερα τον Ελιγιά. Πέρασα από το σπίτι της κυρίας Ρεβέκκας το απόγευμα κι έτσι μου κόλλησε. Ο Ελιγιά έγραφε πολλά ποιήματα για τη Ρεβέκκα, όχι αυτή τη Ρεβέκκα, τη δική του τη Ρεβέκκα πού' τανε ερωτευμένος κι έτσι μου ήρθε στο νου. Άκυροι οι συνειρμοί που κάνω. Περιττή και η αναφορά εδώ, δε νομίζω να τον ξέρει κανείς εκτός κι αν είναι Γιαννιώτης και πάλι παίζεται. Το θέμα είναι ο Ελύτης που εγώ δεν ξέρω και δεν ξέρω γιατί δεν ξέρω. Έπρεπε να ξέρω. Φέτος δίδαξα κιόλας Ελύτη. Κι έτσι έμαθα τα βασικά. Το Μονόγραμμα όμως δεν το ήξερα. Πετύχαινα μερικές φορές αποσπάσματα του σε διάφορα blogs και ενθουσιαζόμουν. Και πήγα και το πήρα σήμερα. Και μαγεύτηκα.

Κι ίσως να ' ναι κι αυτά που νιώθω.
Που δεν είμαι σίγουρη ακόμα.
Κι επηρεάστηκα βαθιά. Κι όλο το βράδυ το μουρμούριζα. Στο όνειρο μου.
Πουθενά δεν πάω, μ'ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ΄ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ΄ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν΄ανθίσει αλλιώς, μ΄ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ΄άλλους καιρούς


Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

1 Δεκεμβρίου, Στάδιο Ελευθέρια



Από μέρες οι μητέρες μου, γιατί ναι έχω δύο, κανόνισαν να πάνε στη συναυλία της Γαλάνης και της Τσαλιγοπούλου και ποιός θα τις έπαιρνε? Το θύμα. Δηλαδή εγώ. Δεν αντέδρασα γιατί από τη μία δεν ήθελα να χάσω τέτοια συναυλία μα από την άλλη το γεγονός ότι θα πήγαινα μαζί τους δε μου ακουγόταν και τόσο καλή ιδέα. Και ήρθα και επιβεβαιώθηκα. Η συναυλία ήταν εξαιρετική μα οι κυρίες, οι μητέρες όχι η Γαλάνη με την Τσαλιγοπούλου, μου σπάσανε τα νεύρα.




Καταρχήν εδιαφωνήσαμε για το πού θα κάτσουμε. Ντε και καλά έπρεπε να καθίσουμε πρώτες πρώτες. -Μα δε βλέπετε πώς οι καρέκλες γράφουν ford? και να επιμένουν -Kαι πού ξέρουν μάνα μου πώς δεν είμαστε της ford? - O κύριος εκεί,να, είναι ο κύριος που φέρνει τη ford, λέτε να μην ξέρει τους υπαλλήλους του? και εδώ έρχομαι και τις πείθω και αναγνωρίζουν πως τελικά δεν πάνε και τόσο χαμένα τα λεφτά που ξοδεύω κάθε μήνα στα περιοδικά. Καθόμαστε λίγο πιο πίσω και ξεκινούν να κουτσομπολεύουν τη κοινοτάρχισσα του χωριού. Που την είδε η μια την Κυριακή στην εκκλησία με την καινούρια της τη νύφη και τι εφορούσε και πώς εκαταδέχτηκε να παντρέψει με αυτήν το γιό της και πάει λέγοντας. Εγώ είχα ήδη φάει ένα κουτί ποπ κορν, ένα κουτί πατατάκια αλάτι ξύδι κι ένα κουτί maltesers. Σημασία δε μου έδιναν, γύριζαν μόνο πού και πού και μου έλεγαν μάνα μου το μωρό μας και τρώει πατατάκια. Εγώ είμαι το μωρό. Άκουγα βέβαια τη συζήτηση τους γιατί παλιά έκανα παρέα με το γιό της κοινοτάρχισσας και με ενδιέφεραν τα νέα. Μετά επιτέλους εβγήκαν στην σκηνή κάτι αγόρια και εχτυπιούνταν. Πολλή χαρά. Φέτος δεν πήγα σε άλλη συναυλία και ενθουσιάστηκα. Ιμάμ Μπαιλντί τέλειοι. Και μετά βγήκε και η Τσαλιγοπούλου. Τι φωνή! Τι τραγούδια! Με όλο μου το πάθος ετραγουδούσα μαζί της κι εξελαρυγγιάστηκα. Ο διπλανός μου, που δεν κατάλαβα γιατί ήρθε, πρέπει να καταριόταν την τύχη του που του 'λαχε κι έκατσε δίπλα μου και τον ξεκούφανα. Από την άλλη ήταν η γκόμενα του που όλο του τριβόταν. Χάιδεψε και να τον χαιδέψεις, πόσο να αντέξει ο ανθρώπος στα 20 λεπτά την πήρε κι έφυγαν. Γύρισε και η μάνα β και μου λέει και πολύ έκατσαν.




Η Τσαλιγοπούλου νομίζω χαλάστηκε που δεν είχε κόσμο. Δεν είχε κόσμο. Ήταν μόνο οι υπάλληλοι των χορηγών εταιριών, ο υπουργός υγείας, εγώ με τις μητέρες μου και κάμποσοι γκέοι. Η συναυλία γινόταν επ' ευκαιρία της παγκόσμιας μέρας κατά του aids. Οι μητέρες εσχολίαζαν το πόσο ελέπτυνε η Τσαλιγοπούλου, τι ωραίο φόρεμα και τι εντυπωσιακό δαχτυλίδι φορούσε. Το δικό μου χτύπημα συνεχιζόταν απτόητο "και κάθε μέρα και κάθε νύχτααα..."




Και μετά βγήκε η Γαλάνη. Πρώτη φορά την άκουσα από κοντά κι εντάξει είναι περιττό να σχολιάσω. Μείναμε και οι τρείς χωριατοπούλες με το στόμα ανοιχτό και οι γκέοι παρακάτω το ίδιο. Η μάνα β γύρισε και μου είπε πώς δεν πρέπει να φορεί σουτιέν. Η Γαλάνη ενθουσιάστηκε με τον Πατσαλίδη. Είπε μας το εκατό φορές. Και τι τυχερή που τον εγνώρισε και τι σπουδαίος πολιτικός που είναι και τι τιμή να την ακούει ο κύριος υπουργός και τι καλά θα ήταν να είχαν και στην Ελλάδα τέτοιους πολιτικούς. Το ίδιο τροπάρι του Μαχαιρίτσα για τον Χριστόφια. Επίσης πρέπει να επονούσε το σβέρκο της γιατί συνέχεια το έπιανε. Εσύγχυσε και τα λόγια σ' ένα τραγούδι που τραγουδούσε με την Τσαλιγοπούλου και έβαλε τα γέλια και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Πολύ χαρούμενος άνθρωπος μου έκανε η Γαλάνη. Το απολάμβανε ρε παιδί μου, δεν το έκανε τυπικά, ούτε διεκπεραιωτικά. Τέτοια εντύπωση μου έδωσε τουλάχιστον.




Γενικά ήταν μαγική η βραδιά. Εκπληκτικά τραγούδια, κορυφαίες φωνές, ο κόσμος τραγουδούσε, χόρευε και γέμισε το στάδιο με μπαλόνια, 6000 μπαλόνια μας έδωσαν και έγινε η ατμόσφαιρα ακόμα πιο μαγική. Μαγική και η συναυλία, μαγικές και οι φωνές, μαγική και η εικόνα όταν αφήσαμε στον ουρανο τα μπαλόνια βγαίνοντας από το στάδιο.. Δηλαδή, ήταν ένα βράδυ όλο μαγεία και χάρη.




Ώσπου εμπήκα στο αυτοκίνητο κι έπρεπε να ακούσω την ανάλυση της βραδιάς από τις μητέρες. Και εκεί καταλαβαίνεις πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνεται ο καθένας το ίδιο γεγονός. Κανένα σχόλιο, ούτε για τις φωνές, ούτε για τα τραγούδια, ούτε για τα μπαλόνια που χάθηκαν μέσα στον ουρανό. Είκοσι λεπτά δρόμου, εβγάλαν συμπέρασμα πως τελικά φορούσε σουτιέν η Γαλάνη. Διότι δεν πολύ κουνιούνταν ενώ σύμφωνα με την ηλικία της θα έπρεπε. Άρα το σουτιέν, δεν ήταν καλό. Δεν τα εκρατούσε στητά ρε παιδί μου και η Γαλάνη είναι του '54, όπως τον παπά σου, σε μένα απευθυνόταν αυτό, οπόταν θα έπρεπε να κουνιούνταν και η μία να λέει δεν της φαίνεται και η άλλη να λέει οχι, επήγε κοντα και της φαίνεται. Και να μην βλέπω τον παπά μου που άσπρισαν τα μαλλιά του, σιγά, γιατί η Νίτσα του Γιώργου φαίνεται συνομήλικη του παπά σου και της Γαλάνης? Η Νίτσα του Γιώργου είναι γκομενάρα. Μα αυτή μάνα μου όλη μέρα γυμνάζεται, είναι και τα γονίδια, είναι και.. επί είκοσι λεπτά αυτό. Πόσα να αντέξω μια γυναίκα? Πόσα?