Τρίτη 25 Αυγούστου 2009
Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009
Κάνω διακοπές..
Έχει βάλει στο facebook φωτογραφίες με τη γκόμενα του στις θάλασσες, στα νησιά, στα πανηγύρια.
Πολλή ευτυχία.
Εγώ κάνω διακοπές. Το δεύτερο μέρος των διακοπών μου για να ακριβολογώ.
Είναι που φέτος τις είχα ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε. Είναι που οι απανωτοί χειμώνες με έκαναν να λαχταρήσω όσο ποτέ το καλοκαίρι.
Τα μετρώ τα καλοκαίρια, τα μετρώ τα καλοκαίρια της ζωής μου και δε μου βγαίνουν. Λειψά. Και φέτος.
Φέτος τα πράγματα είναι παράξενα.
Αν έπρεπε να πω με μια λέξη το τι νιώθω είναι κενή.
Ξαπλώνω στην αμμουδιά, με το αλάτι της θάλασσας στο κορμί και το βλέμμα καρφωμένο στο μπλε άπειρο.
Τα πρώτα μάτια που ερωτεύτηκα ήταν μπλε. Στην εφηβεία. 'Εγραψα εκατοντάδες ποιήματα για τα μπλε εκείνα μάτια. Στα σκουπίδια πια.
Μόλις τα θυμούμαι πια..
Μπλε, όχι μαβιά.
Έτσι το καλοκαίρι το διανύω.
Με αέρινα φορέματα, μαργαρίτες και παρέα.
Με ατελείωτες συζητήσεις και μπιρίμπα.
Με αμερικάνικες σειρές, καινούρια περιοδικά κι αγαπημένα βιβλία.
Τον συζητήσαμε πολλές ώρες τον επί πέντε χρόνια. Πολλές μαργαρίτες μετά, ζαλισμένες τον βρίσαμε και πάρα πολύ τον επί πέντε χρόνια.
Φωτογραφίες με τον έρωτα του στην παραλία να λύνουν σουντόκου. Πολλή ευτυχία λέμε.
Κενή!
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009
Θέλω διακοπές τώρα!
Τώρα που ζω με τον εαυτό μου βαθειά κι απόλυτα,
θέλω να μάθω ο ίδιος ποιος υπήρξα, τι σκέφτηκα,
πώς έζησα και τι είναι αυτό που συνθέτει
την μελλοντική μου απουσία
Χατζιδάκης Μάνος, Μυθολογία
Επειδή νιώθω πως είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που δουλεύει αυτές τις μέρες στην πόλη -λες να είμαι και στη χώρα... και στον κόσμο...?-, δε με χωράει ο τόπος.
Έρχομαι στη δουλειά μου σε 15 λεπτά, όταν κανονικά μου παίρνει 35. 'Ερχομαι στη δουλειά μου πρώτη, όταν κανονικά καθυστερώ τουλάχιστον 15 λεπτά. Έρχομαι στη δουλειά μου παραπατώντας από τα ξενύχτια και τα strawberry margaritas που κατεβάζω κάθε βράδυ στα bar της πόλης, όταν κανονικά καταφτάνω φρέσκια και ξεκούραστη μετά απο 10ωρο ύπνο. Έρχομαι στη δουλειά μου ακριβώς όπως ξυπνώ, αναμαλιασμένη και άβαφτη όταν κανονικά φτάνω ντυμένη, χτενισμένη, βαμμένη στην τρίχα, γιατί είμαι και λουσού η γυναίκα. Κι όμως. Έρχομαι στη δουλειά μου να δουλέψω η εργαζόμενη όπως κανονικά μα δεν μπορώ γιατί καμιά δουλειά δεν μπορεί να ολοκληρωθεί αφού όπου τηλεφωνήσω η απάντηση είναι να πάρω σε 10 μέρες που θα επιστρέψει η Μαρία, η Γιαννούλλα, η Αντρούλλα, η Κωστούλλα από τις διακοπές.
Και δε με χωράει ο τόπος.
Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009
"Never Forget, Never Forgive"
Την περασμένη βδομάδα δέχθηκα ένα τηλεφώνημα απο τα ξένα για να μάθω μετά απο ένα χρόνο τον λόγο που ο επι πέντε χρόνια γκόμενός μου με παράτησε χωρίς καμιά εξήγηση. Προφανώς και τα κορίτσια περίμεναν να περάσει καιρός και μόλις είδαν πως μάλλον είμαι έτοιμη να το ακούσω μου το ξεφούρνισαν. Τα έφτιαξε μου είπαν με μια λεφτού, που δεν ξέρει που να τα βάλει. Εντάξει, δεν αντέδρασα. Μου είχαν περάσει όλα απο το μυαλό κι ό,τι και να άκουγα πλέον δε θα μου φαινόταν παράξενο. Να, όμως, είναι άλλο να το υποθέτεις κι άλλο να είναι σίγουρο. Μια χαρά μου λένε, μια ξερόλας είναι σαν αυτόν. Ταιριάζουν πάρα πολύ. Και κλείνουμε το τηλέφωνο.
'Εχετε νιώσει ποτέ τόσα πολλά πράγματα που να μην τα χωράει το μέσα σας? Και να μη μπορείτε να τα διαχωρίσετε, να μην ξέρετε... τι έχω τώρα, θυμό, μίσος, ζήλια, πόνο, απελπισία κι άλλα, πολλά άλλα, όλα μαζί και παρ'όλα αυτά απλά να κοκαλώνετε? Καμία αντίδραση, γιατί όλα είναι πολύ λίγα, γιατί τίποτα δε θα βοηθούσε..
Προσπάθησα να το συζητήσω με τους φίλους μου. Δε με αφήνουν. Όλοι μου λένε το ίδιο πράμα: "Ακόμα ασχολείσαι? Get over it επιτέλους!!" Και μετά απορώ γιατί μου βγήκε τόσο μίζερο αυτό εδώ το blog... ΄
Κοιτάξετε να δείτε. Αυτές τις μέρες εξαιτίας του νέου μιζεριάζω συχνά. Και κλαίω ακόμα πιο συχνά. Δεν έκλαψα όμως ποτέ γιατί μου έλειψε, γιατί τον αποθύμησα, γιατί κοιμάται και ξυπνά με άλλη. Ποτέ. Κλαίω γιατί για χρόνια κάναμε όνειρα -μόνη μου προφανώς- περιμένοντας να τελειώσουμε πτυχία, μεταπτυχιακά, στρατό κι όταν έφτασε η ώρα να τα υλοποιήσουμε, στο msn, ούτε καν να με πάρει ένα τηλέφωνο, μου ανακοίνωσε πως ο κόσμος αλλάζει και τα πράματα αλλάζουν κι αυτός άλλαξε και θέλει άλλα πράματα. Αυτό. Τον πήρα τηλέφωνα, του έστειλα μηνύματα, emails, "Τι στο καλό λαλείς?" Δεν απάντησε ποτέ. Απαξίωση... Δεν κλαίω που βρήκε άλλη, μακάρι να ζήσουν τα πλάσματα ευτυχισμένα, κλαίω που δεν εθεώρησε ότι άξιζα μιαν εξήγηση. Να κάτσει να μου πεί κάτι, ξέρεις κόρη μου, επειδή εβαρέθηκα σε ήβρα άλλην, κάτι να έλεγε. Κάτι, ό,τι να ναι να έλεγε. 'Ενα ψέμα. Συγκεκριμένο όμως. Οχι να με ξεπετάξει με μια αερολογία και να εξαφανιστεί για πάντα. 'Ολα θα ήταν αλλιώς αν κάτι έλεγε. Κλαίω γιατί μου συμπεριφέρθηκε ανήθικα. Κλαίω γιατί δεν το επερίμενα ποτέ απο αυτόν. Και οχι, δεν ξέρω αν αυτό μπορέσω να το ξεπεράσω ποτέ.
Ο Σάββας μου είπε: O άνθρωπος ήταν ανάμεσα σε δύο επιλογές. Κοίτα το λογικά. Να ξεκινούσε τη ζωή του μαζί σου, άρα αυτόματα, πλην 300 χιλιάδες, δάνειο, που θα γινόταν 65 χρονών να το ξεχρεώσει και την άλλη επιλογή να ξεκινήσει τη ζωή του με δεν ξέρω κι εγώ πόσο συν, συγνώμη αλλά κι εγώ την ίδια επιλογή θα έκανα.
'Ομως ξέρετε, εγώ δε θα έκανα αυτή την επιλογή και φανταστείτε, δεν τον αποθύμησα ποτέ. Τον μπάσταρδο!
Σάββατο 25 Ιουλίου 2009
"Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος, μια χούφτα οδύνης.."
Είχα βγει απο το σώμα μου κι έβλεπα τα κομμάτια μου στο έδαφος. Δεν είμαι απλά κομμάτια. θρύψαλα έχω γίνει. Σκόνη. Και το ξέρω καλά. Δεν πρόκειται πια να ξαναενωθώ. Σκεφτόμουν να πάρω φόρα, να πηδήξω πάνω τους και να ξεκινήσω να τα ποδοπατάω, με όλο το θυμό, την οργή, το μίσος που έχω μέσα μου...
Θα τρόμαζες αν ήξερες το μέγεθος τους.
Αν είχα ένα μαχαίρι κι΄εσένα μπροστά μου... θα έπρεπε να τρόμαζες.
Προς το παρόν, το μαχαίρι καρφώνει τη δική μου καρδιά, μέρα τη μέρα, μ' ένα αόρατο χέρι, το νιώθω, με ορμή, να με ξεσκίζει και να χύνομαι θρύψαλα στο έδαφος. Πουθενά αίμα. Με ποδοπατάω. Πουθενά αίμα.
Ονειρεύομαι τη δύναμη που δεν έχω. Να αρπάξω μια μέρα εκείνο το μαχαίρι και να με καρφώσω κι εγώ, με όλο το θυμό, την οργή, το μίσος που έχω μέσα μου και που θα τρόμαζες αν τα ήξερες, και τι ευτυχία Θε μου, θα γεμίσει παντού αίμα, κόκκινο παντού κι εγω θα γελάω που επιτέλους, επιτέλους, θα αποκτήσει η ζωή μου χρώμα και θα γελάω που δε θα νιώθω πια, τις μαχαιριές σου, τις μαχαιρίες της, τις μαχαιριές μου.
Είναι όλα θολά γύρο μου. Πρέπει να αλλάξω τους φακούς μου Χριστίνα, τα βλέπω όλα θολά. Δεν φταίνε οι φακοί, μου 'πε. Είναι το ποτό. Δεν πίνω αλκοόλ. Δε μου αρέσει. Μα η τελευταία μου μνήμη, κάτι ποτά κι εμένα να ρωτώ, στα πόσα τέτοια δε θα νιώθω τίποτα. 'Εχασα το μέτρημα. Αχρείαστο έγινε και το μαχαίρι. 'Επεσε το σώμα μου ξερό στο έδαφος κι εγώ βγήκα απο αυτό κι έβλεπα τα κομμάτια μου...
Επιβίωσα και το χθεσινό βράδυ. Οψόμεθα γι 'απόψε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
