Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

"Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός*"



Στη μέση του δρόμου πεσμένο ένα παιδάκι και μια γυναίκα να ουρλιάζει από πάνω του. Ουρές τα αυτοκίνητα. Νεύρα για την καθυστέρηση. Προσπεράσαμε βιαστικοί.


Νοέμβρης κι οι γείτονες κάνουν πάρτι στον ήλιο με κοντομάνικα. Αυτούς έχω θέα. Κι ένα χωράφι. Γι΄αυτό ζήλευα πάντα τα μέρη με θέα. Μέτα πήγα σ΄εκείνο το σπίτι πάνω στο ποτάμι*. Και με ξυπνούσαν οι γλάροι.

Φοβάμαι έτσι μην φταίω. Που ξέχασε να χειμωνιάσει. Γιατί τρόμαζα και δεν ήθελα. Να με ξυπνήσετε μετά τις γιορτές, έλεγα. Κι έκανε καλοκαίρι. Με άρωμα μανταρίνι.

Μπουκάλια κρασιού. "Ελλείψει τύχης και διαθέσεως*", Χριστέ μου , κάνε να μην ξυπνήσω πριν τις γιορτές.

[*1 Σεφέρης, *2 Το συγκεκριμένο ποτάμι, φώτο David John Harris *3 Δημουλά]

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Σε μένα

Μη θλίβεσαι.
Απογοητεύσου ήσυχα.
΄Ηρεμα δέξου να κοιτάς σταματημένο το ρολόι.
Λογικά απελπίσου πώς δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
Κι αν αίφνης τύχει να σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μη ρηψοκινδυνέψεις να χαρείς.
Η κίνηση αυτή δεν θα' ναι χρόνος.
Θα 'ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή, νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα.
Για ένα μήπως τ' άνοιξες.
Kι αυτοξεχάσου εύχαρις.
'Ο,τι είχες να πείς,
για τα φθινόπωρα τα κύκνεια,
τις μνήμες, υδρορρoές των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων τη φερεγγυότητα,
ό,τι είχες να πεις
γι' ανθρώπους που σιγά σιγά λυγίζουν,
το είπες.

Κική Δημουλά




Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

"Κι όλο τρέχω"

Εντάξει δεν υπήρξα ποτέ καλή στον προγραμματισμό. Αλλά πόσο νου χρειάζεται για να καταλάβει κανείς πως άμα τελειώνει μια δουλειά στις 2.30 δεν μπορεί αυτόματα να ξεκινά μιαν άλλη που έχει και απόσταση 20 λεπτά δρόμο. Τέλος πάντων εγώ δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, έτσι τα κανόνισα. Νιώθω σαν την τρελή του χωριού. Κάνω πράματα που δεν είμαι συνηθισμένη. Έχει αλλάξει η ζωή μου άρδην κι νιώθω παντελώς χαμένη.
Το σπίτι μου το έχω μετακομίσει μέσα στο αυτοκίνητο, ό,τι βιβλίο θες έχει μέσα, ό,τι ρούχο φανταστείς, θες να βγεις, θες να πας να γυμναστείς, να πας δουλειά και τι παπούτσι να βάλεις, θες φλατ, αθλητικό, γόβες στιλέτο όλα τα χει, πεταμένα μπρος πίσω, μα όλα τα χει.
Τρώω μέσα στο αυτοκίνητο καταλαβαίνεις? Τα ταπεράκια μιας βδομάδας, ποτήρια, μπουκαλάκια με νερό και απορώ, κανείς δεν σκέφτηκε να βάλει μια ντουζιέρα μέσα στο αυτοκίνητο, μια βιβλιοθήκη, ένα κρεβάτι, ένα μάτι, ένα κάτι τέλος πάντων.
Θα σου πω επίσης πως εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν είχα πονοκέφαλο. Πονοκέφαλο είχα μόνο, μα μόνο, αν έκλαιγα πολύ και την μέρα που βλέπω περίοδο και έχει δύο βδομάδες στα διαλείμματα της δεύτερης δουλειάς που τρέχω και πίνω πανατολ, που μπάη δε γουέη εγώ χάπια δεν πίνω.
Και όταν εσύ συζητάς για το Νησί, για την Ελένη την πόρνη και το Μάστερ Σεφ, δεν καταλαβαίνω τι λες γιατί εγώ κοιμάμαι, η ώρα 8.01 βλέπω όνειρο, δεν αντέχω να μείνω παραπάνω.
Ζω ένα δράμα δηλαδής και προσπαθώ να με πείσω πως δε θα είναι έτσι τα πράγματα, απλά χρειάζομαι χρόνο να συνηθίσω. Γι αυτό που λες εχάθην από όλους και όλα, μα πάνω απ όλα από μένα. Είναι κάτι βράδια που οδηγώντας για το χωριό αντιλαμβάνομαι πως όλη μέρα δεν ηρέμησα ούτε λεπτό, όλο έτρεχα, δεν έκανα ούτε μια σκέψη για μένα και παλαβώνω.
Βέβαια τίποτα απ όλα αυτά δε θα χε σημασία αν γυρνώντας στο σπίτι με περίμενε μια αγκαλιά. Τότε όλα θα ήταν όμορφα. Θα ήταν ο κόσμος υποφερτός που λέει και η Σώτη, που τώρα τελευταία όλο και συμφωνώ μαζί της.
Ξέρεις τι άλλο λέει?
Το πόσο αισθάνεσαι είναι το ακριβές μέτρο του πόσο ζωντανός είσαι.



Μόνο τρέχω.
Δεν αισθάνομαι τίποτα. 
          


Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Για φαντάσου..

Ήμουν κι εγώ σ΄εκείνες τις εξετάσεις το Σάββατο. Εκείνες που το βράδυ έγιναν πρώτο θέμα στις ειδήσεις για διαρροή των θεμάτων? Εκείνες.  Φόρεσα μια καμπαρτίνα, τυλίχτηκα ένα σάλι, έβαλα ένα καπέλο και γυαλιά ηλίου - μη με αναγνωρίσει κανείς μαθητής μου- και πήγα να δώσω εξετάσεις. Στην τάξη ήμουν εγώ και κάτι εικοσάχρονα αγοράκια κι εκεί που έπαιρνα ανάσα ανακούφισης πως κανείς δε με ξέρει μπαίνει η επιτηρήτρια. Και σκέφτομαι πως οι αμαρτίες που πληρώνω σε αυτή τη ζωή πρέπει να είναι πάρα πολλές.

Θωρεί με κι ενθουσιάζεται. Ελένη?! Δε θέλω να είμαι κακιά. Και προσπαθώ και δηλαδή να δείξω ευσπλαχνία, κατανόηση κάτι τέλος πάντων. Πώς να το θέσω κομψά. Η επιτηρήτρια ήταν συμμαθήτριά μου και δεν την λες και τέρας ευφυίας, κατ' ακρίβεια ήταν η πιο κουσβισσα της τάξης. [Δεν είμαι στ αλήθεια κακιά! Αυτή ήταν κούσβισσα!]

Ελένη έγραψες? Ειλικρινά ένιωθα πως έπιανε το τσεκούρι κι εδία μου πουπάνω. Σ όλη τη διάρκεια των εξετάσεων φανταζόμουν να πετάω τη ρίγα με τόση δύναμη και να την αποκεφαλίζω. Να αρπάζω το μπουκάλι με το νερό και να της το ρίχνω πάνω στο κεφάλι. Να πετάω μαζί μ΄ όλη την τάξη τα γραπτά και να κάνουμε όργια και η συμμαθήτρια να παρακολουθεί αποσβολωμένη  (ομολογώ πως αυτό το σκέφτηκα πιο πολλές φορές από τα προηγούμενα). Τι εφιάλτης ήταν αυτός Θε μου, άσε μου δεν εσταύρωσα άσκηση στα μαθηματικά, μα τι μαθηματικά(?!), έχει 10 χρόνια να δω μπροστά μου κι ετέλειωσα κλασικό και είμαι και φιλολόγα. Και πέφτω και κοιμάμαι και ξυπνώ, άλφα, για να δω στις ειδήσεις πως τα θέματα είχαν διαρρεύσει και βήτα, να διαβάσω αυτό http://silvia-praxitelous.blogspot.com/2010/09/blog-post_22.html .

Μετά μου τραγούδησα περιχαρής.

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

"γράψ' ένα σύνθημα στο ασανσέρ"


Αφού εδιάβασα τα σχόλια και τα emails των περασμένων αναρτήσεων [απολογούμαι που δεν απαντώ, μα άμα με παρηγορούν δεν ξέρω τι να λέω κι ευχαριστώ και πάαααρα πολύ για τα emails, πήρα πολλά κι εσυγκινήθηκα ακόμα πιο πολλά, με βοήθησαν πολύ] έκανα ψυχολογικές αναλύσεις ωρών με τους φίλους μου, μίλησα ώρες στα τηλέφωνα, αποφάσισα να πάω σε ψυχολόγο και το ξεαποφάσισα, είδα γενικά κι απόειδα, είπα φτάνει Ελένη μου, δεν πειράζει που είναι Σεπτέμβρης και είσαι πάλι στο πουθενά. Υγεία! Τέρμα η μιζέρια. Κανεί! Ναι? Ναι!

Επίσης επηρεάστηκα πολύ από μια κουβέντα που μου πε η Δέσπω. Άμα, είπε, είσαι μίζερος την εκπέμπεις αυτή την μιζέρια και κυρίως την ελκύεις, γι αυτό πάνε όλα στραβά κι ανάποδα. Ωραία, είπα κι εγώ κι αποφάσισα να σκέφτομαι αισιόδοξα. Η Έλενα επίσης μου είπε πως άμα θέλω κάτι πολύ να σκέφτομαι πάντα πως θα το πετύχω, να μη λέω δλδ αν πετύχω, να λέω θα πετύχω για να παίρνει τα μηνύματα μου το σύμπαν. Ωραία είπα πάλι εγώ κι αποφάσισα να σκέφτομαι και θετικά. Ναι. Υγεία λοιπόν κι όλα θα πάνε καλά. Πολλή ευτυχία λοιπόν έτσι ξαφνικά, άνευ λόγου κι αιτίας.

Επίσης εμένα μου άρεσε ένα αγόρι. Ο Γιάννης. (Το γεγονός ότι χρησιμοποιώ όλων τα αληθινά ονόματα πόσο τρομερό να είναι). Τον είδα πρώτη φορά σε μια γιορτή της δουλειάς. Από μακριά κι απλά σκέφτηκα πόσο τέλειος είναι. Αυτό. Τον ξαναείδα μετά από 2 μήνες στον οργανισμό που δουλεύει, πέρασα έξω από το γραφείο του κι απλά σκέφτηκα πόσο τέλειος είναι. Αυτό. Τρίτη και τελευταία φορά τον είδα πριν λίγο καιρό που μπήκα στο γραφείο του για να κανονίσω κάτι δουλειές με τον προιστάμενο του. Δεν εκατάφερα να κλείσω το στόμα μου. Σκεφτόμουν πόσο τέλειος είναι. Έμεινα καρφωμένη πάνω του, το στόμα μου επίσης έμεινε ανοιχτό, δεν ξέρω αν έτρεχαν και τα σάλια μου πάντως σίγουρα ίδρωσα κι έκανα μουστάκι. Προφανώς ο άνθρωπος αναρωτήθηκε ποιά είναι αυτή που με θωρεί έτσι, γύρισε και με ρώτησε αν είμαι συνάδελφος κι εγώ απάντησα με πολλή καθυστέρηση και τρεμάμενη φωνή πως δεν είμαι (πολύ θα ήθελα για να έπιανα τις λίρες που πιάνει) κι έτσι ιδρωμένη και κατακόκκινη πήρα τα κιτάπια μου κι επέστρεψα στην δουλειά μου. Κι έκανα μετά ένα τεράστιο αγώνα και πάνω από όλα ρεζίλικο αγώνα να μάθω ποιός είναι, πώς τον λένε επιτέλους, διότι σύμφωνα με τις θεωρίες της Έλενας (επιμένω να χρησιμοποιώ τα πραγματικά ονόματα όμως) πρέπει οι στόχοι να είναι συγκεκριμένοι, να ξέρεις ακριβώς τι θες, δεν πρέπει να λες, λέει, θέλω δουλειά, πρέπει να λες θέλω αυτήν την συγκεκριμένη δουλειά. Ναι? Ναι!

Σήμερα, έπρεπε να πάω στον οργανισμό που δουλεύει ο Γιάννης. Ξύπνησα το πρωί, εντύθηκα, εστολίστηκα, έβαλα το δωδεκάποντο, καθυστέρησα και μισή ώρα να πάω δουλειά λόγω του στολίσματος κι όλα αυτά, επαναλαμβάνω γιατί ήξερα πως θα πήγαινα στη δουλειά του Γιάννη. Η οποία δουλειά του Γιάννη μπορεί να εργοδοτεί και πάνω από 500 άτομα και τον Γιάννη επίσης έμαθα πως τον εμετάθεσαν σε άλλο τμήμα που έγώ πια δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συνεργαστώ, μα επήγαινα με βαθιά την πεποίθηση ότι θα έβλεπα τον Γιάννη. Του πούστη, σκεφτόμουν, στις ταινίες μέσα σε ολόκληρη Νέα Υόρκη και πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο κι εδώ ένας οργανισμός και δε θα τον δω κι έχω και την φιλοσοφία σύμμαχο και το σύμπαν και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο που δε συμμαζεύεται. Θα έβλεπα τον Γιάννη!

Και τα είδα όλα. Εκτός από τον Γιάννη. Βεβαίως-βεβαίως.

Ένας σιχαμερός, λοιπόν κύριος μου την έπεσε κανονικότατα, ο οποίος μπορούσε να ήταν παπάς μου. Εσυνέβαινε και δεν μπορούσα να το πιστέψω, δεν μπορούσα να καταλάβω πως εμπορούσε να το διανοηθεί ο γιαξ, ο αηδίας, δεν επίστευα στα αυτιά μου κι εγώ να ντρέπουμαι και να μην μπορώ να πω κάτι, όχι εμπορούσα αλλά hello είμαι εγώ, εγώ ποτέ δε μιλώ, απλά χαζογελώ, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ανακατευτήκαν τα στομάχια μου, με έφερε σε σημείο να του δώσω το τηλέφωνο μου τάχα να με βοηθήσει για κάτι στη δουλειά κι επέμενα δεν χρειάζεται θα τα βρω μόνη μου, όχι πες, πες μου μόλις μάθω να σου πω που είμαι μέσα στα πράματα. Γιαξ! Ήθελα μόνο να εξαφανιστώ. Τι μου έλεγε ο αηδίας!!! Shock. 

Εγώ σε ασανσέρ δεν μπαίνω κι επειδή κάτι γινόταν στις σκάλες, λέω θα μπω κι ας κλειστώ  εκεί μέσα ώσπου να πεθάνω (όχι δεν είμαι κλινικής μορφής, απλά έχω μερικές φοβίες, κλειστοφοβία, σκοταδοφοβία κι άλλες βέβαια και μερικές εμμονές που δεν είναι της ώρας), απλά όμως ήθελα να εξαφανιστώ. Και στέκομαι μπροστά στο ασανσέρ και δεν βρίσκω το κουμπί να το καλέσω. Λέω δεν γίνεται κάπου εδώ θα ναι. Σκανάρω όλο τον τοίχο, ξεκινώ από πάνω προς τα κάτω, σιγά-σιγά, πουθενά δεν βλέπω το κουμπί που καλείς το ασανσερ. Ορκίζομαι δεν υπήρχε πουθενά το κουμπί. Ορκίζομαι! Και τόσο ήθελα να εξαφανιστώ που περνούσε ένας νεαρός και του έκανα την κορυφαία ερώτηση." Ε. Αυτό δεν είναι ασανσέρ? "Ναι?!" "Εεεε. Και πώς το καλείς?" Ορκίζομαι, έκανα τέτοια ερώτηση. Και ήρθε και μου επάτησε το κουμπί, που ξαφνικά ήταν πάνω στον τοίχο και γιατί δεν το έβλεπα, ας μου πει κάποιος γιατί δεν το έβλεπα κι εξαφανίστηκε ο άνθρωπος κι ούτε που θέλω να ξέρω τι εσκέφτηκε για μένα.

Επέστρεψα στη δουλειά μου σοκαρισμένη, είπα ξανά τον πόνο μου, που τελειωμό δεν έχει - μα βλέπεις προσπαθώ- νευρίασαν  εκεί πέρα και θα πάρουν τηλέφωνο αύριο για παράπονο κι εγώ δε θέλω τίποτε άλλο, ούτε το Γιάννη θέλω, ούτε κανέναν άλλο. Γιαξ! Γιαξ όμως!