Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

Φυγή

" Αχ, πού να 'βρισκα τα κότσια να τα βροντήξω όλα χάμω...
χρόνων και χρόνων κόπους και δουλειά...
Θα τα παράταγα όλα, θα τα πούλαγα όλα
και θα πήγαινα σαν τον Νικολάι Ιβάνοβιτς...
ν'ακούσω την Belle Helene"
Τολστόι Λέον "Αννα Καρένινα"

Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

"Χίλιες Σιωπές"

Σςςςςςςςςςς
Καταρρέει ο κόσμος μου
Τα πόδια μου δε με βαστάνε
Τι φοβερή ησυχία

Τεντώνω τα αυτιά μου να ακούσω το θόρυβο, να ακούσω τον ήχο της καταστροφής, τον κρότο του τέλους, τον πανικό που κάνει τώρα που ο κόσμος διαλύεται
Μα μια ανατριχιαστική σιωπή
Αναπάντεχη
Που δεν τραντάζεται η γή ολόκληρη
κι ο κόσμος δε σταματά να υπάρχει
Κλείνω τα αυτιά γιατί πια δεν αντέχω την τόσο δυνατή σιωπή
Δεν το περίμενα
Να μην ακούγεται τίποτα, να είναι όλα ήσυχα και ήρεμα
τώρα που συντρίβεται ο κόσμος μου
Ακόμα κι εγώ η ίδια κέρωσα και δεν λέω τίποτα. Σιωπή εντός κι εκτός μου
Τι ανυπόφορη εκκωφαντική σιωπή

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Ενα σχόλιο στο θέμα των GCE

Παρακολουθώ άφωνη τις τελευταίες μέρες το πολύκροτο θέμα των GCE σε σχέση με την εισδοχή φοιτητών στα δημόσια πανεπιστήμια.
Πραγματικά ακόμα δεν έχω καταλάβει αν το πρόβλημα είναι εκπαιδευτικό ή πολιτικό (πολιτικό είναι αλλά ας play πελλός για ακόμη μια φορά).
Ούτε έχω καταλάβει πώς είναι δυνατόν (δε μπορεί να είναι δυνατόν) για μια τόσο σημαντική εκαιδευτική αλλαγή να μην έχει γίνει καμία επιστημονική μελέτη ή έρευνα αλλά να είναι αποτέλεσμα κομματικών, προσωπικών, μικροπολιτικών και δεν ξέρω κι εγώ ποιών άλλων σκοπιμοτήτων.
Δεν θα σπαταλήσω ούτε ένα λεπτό απο τον πολύτιμο μου χρόνο για να σχολιάσω τη συμπεριφορά των πολιτικών και των πανεπιστημιακών ταγών προς την ελληνική γλώσσα (και να θέλω, δε βρίσκω λόγια, μόνο ακούω αποσβολωμένη).
Μα (συγνώμη όμως γιατί δεν αντέχω) είναι δυνατόν για την ίδια σχολή αν διεκδικείς θέση με τα GCE να χρειάζεται απλά ενα πιστοποιητικό καλής γνώσης της ελληνικής, αν με τις Παγκύπριες να χρειάζεται να περάσεις τέτοιου μεγέθους εξετάσεις κι αν είσαι Τουρκοκύπριος να μη χρειάζεται καν η γνώση της ελληνικής? Μιλάμε για την ίδια σχολή, για τρείς Κύπριους πολίτες και τρία διαφορετικά επίπεδα γνώσης της ελληνικής γλώσσας... Τι λογική είναι αυτή? Για μερικούς να ειναι υποχρεωτικό απαιτούμενο, για τους άλλους να είναι λίγο απαιτούμενο και τους άλλους να είναι καθόλου απαιτούμενο? Και τι αποδυνάμωση είναι τώρα αυτή του δημόσιου σχολείου? Ασε που αυτές οι κομματικές συμμαχίες (κοίτα ΑΚΕΛ με ΔΗΣΥ) με εκνευρίζουν ακόμη πιο πολύ. Πού είναι οι δημοκρατικές αρχές που αξιώνουν, η ισονομία, η ισότητα, η αξιοκρατία και η ίση μεταχείριση όλων των υποψηφίων?
Πάντως είναι κρίμα που το κόστος όλης αυτής της γελοιότητας, των χαζών χειρισμών και του εμπαιγμού καλείται να το πληρώσουν τα παιδιά των δημοσίων σχολείων, λίγες μέρες πρίν τις εξετάσεις να ζούν μέσα στην αβεβαιότητα για το τι πρόκειται να γίνει και να κινδυνεύουν να υποστούν μια τέτοια άνιση μεταχείριση και δυσμενή διάκριση.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Διάλογος

-Εχω χαθεί. Εχω πολλά τρεχάματα αυτό το διάστημα (διαγωνίσματα, εξετάσεις, το γάμο της Ν.) κι έχω χαθεί. Κι απο δω κι απο εκεί. Ενα καφέ στα γρήγορα πέρασα να πιούμε. Πώς περάσατε το τριήμερο της πρωτομαγιάς?

-Μπα... ήταν ερημιά στον Πρωταρά.

-Δε σας το είχα πεί? Αφού πήγα πέρσι με τον απ' αυτόν.
Ξέρετε, δεν καταδέχομαι πια να πω το όνομα του. Αστεία-αστεία έχει ένα χρόνο να προφέρω το όνομα του. Δεν καταδέχομαι. Εχει γίνει ένα απαξιωτικό "ο τζιείνος", "ο τούτος" στην εξαιρετικά σπάνια φορά που τύχει να τον αναφέρω...


-Σαν να μην πέρασε μια μέρα, ε?


-Σαν να πέρασε μια αιωνιότητα.
Ενας χρόνος μετά. Ακριβώς. Αλτσχάιμερ. Δε θυμάμαι ούτε το πρόσωπο του, ούτε τα μάτια του, ούτε τη φωνή του. 365 μέρες μετά. Ακριβώς όμως. Αλτσχάιμερ.
Πώς έγινε και δεν καταδέχομαι ούτε το όνομα του να προφέρω. Ε, γιατρέ? Πώς έγινε και τίποτα δεν έμεινε, τόσα χρόνια, τόσα πολλά χρόνια κι ούτε μια ανάμνηση. Τον απέρριψα, τον διέγραψα, τον απέβαλα. Κι όμως, υπολογιστής να 'μουνα και να' κανα delete κάτι θα 'μενε.

-Μην απορείς. Η ανθρώπινη φύση είναι εξοπλισμένη με ένα απίστευτο μηχανισμό που σε προστατεύει και σε κάνει να αντέχεις και να ξεπερνάς σχεδόν τα παντα. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο οι παλιοί παρακαλούσαν να μην τους στείλει ποτέ ο Θεός όσα μπορούν να αντέξουν.


-Μάλιστα. Μα οι δικοί μου, με βλέπουν περίεργα. Πόσο γρήγορα ξεκίνησα να γυρίζω χαρωπά. Πόσο μάλλον τίποτα δεν ήταν μετά απο τόσα χρόνια. Πόσο αναίσθητη που είμαι. Πώς πέρασε και δε με άγγιξε. Ακόμα ακούω τη Ν. και τις φωνές της "Πώς μπορείς, παρ΄τον ένα τηλέφωνο, πάρε ένα αεροπλάνο, πήγαινε βρες τον, κάνε κατι τελοσπάντων" και ήμουν σίγουρη πώς δεν αντεχε ούτε την προδοσία τη δική του, ούτε την απαθή αποδοχή τη δική μου. Εβαζε τον εαυτό της στη θέση μου και τρόμαζε. Και ξέρετε τι κατάλαβα? Καμία πραγματικότητα δεν είναι τόσο τραγική όσο η φαντασία.


-Μην ασχολείσαι. Ο κάθε άνθρωπος, έχει διαφορετικό τρόπο διαχείρισης του πένθους του και χρειάζεται διαφορετικό χρόνο για να του περάσει.


-Είστε σίγουρος πώς περνά πάντα?


α σου περάσει. Αν δε σου περάσει θα σου γράψω χάπια για την κατάθλιψη. Σε πειράζω.

-Μα μου πέρασε.

-Ναι? Και τι θέμα έχει πάλι η ανάρτησή σου?

Κυριακή 19 Απριλίου 2009

Ολα Είναι Πάλη

Δάκρυα έσταζαν στο χέρι μου, στο χέρι που κρατούσε τη λαμπάδα και η λαμπάδα έσταζε στο ίδιο χέρι μα μ' άρεσε γιατί είχε παγωνιά και ζεσταινόμουν. Δε μπορούσα να καταλάβω γιατί έσταζαν τα μάτια μου, ήταν και όλη αυτή η χαρά του κόσμου και ο πάτερ που δε σταματούσε να λέει το Χριστός Ανέστη και παρατηρήσεις, ήτανε και η αδερφή μου που δεν το χώνευε οτι πέθανε ο αγαπημένος της ψάλτης και δεν της άρεσε η λειτουργία με φωνή άλλων, ξένη μου είπε, σιγά όλα ξένα της είπα και ήταν και τα μάτια μου που δάκρυζαν και το μυαλό μου που αποφάσισε να πάει τόσα χιλιόμετρα ταξίδι κι εγώ το πάλευα με εντολές και ικεσίες "σε παρακαλώ μείνε ανέκφραστη". Ηθελα να στεκόμουν εκεί ανέκφραστα ανέκφραστη μα γαμώτο τα μάτια μου έσταζαν και το κερί έσταζε κι εγώ πάλευα να μείνω όρθια στα ξυλιασμένα μου πόδια απο το κρύο ανέκφραστη.
Χριστός Ανέστη και καμπάνες και φώς και χρώμα και ο πάτερ φώναζε στον κόσμο να προσέξει τα κεριά του να μην στάζουν στις πλάκες της εκκλησίας του. Και στην πρωινή λειτουργία σκυλόβριζε τάχα δεν είχε τάξη και δεν είχε ησυχία και γιατί να θυμηθούν όλοι να κοινωνήσουν Αγιο Σάββατο κι έβλεπα τα κουρασμένα μάτια των συγχωριανών να χαμηλώνουν κι εγώ πάλευα και τότε να μείνω εκεί ανέκφραστα ανέκφραστη ώσπου να έρθει η σειρά μου να κοινωνήσω. Ούτε που θυμόμουν πότε ήταν η τελευταία φορά που το ξανάκανα, μπορεί να πέρασαν και δέκα χρόνια, μα δεν μπορώ καθόλου να θυμηθώ, μόνο τον πάτερ θυμάμαι πάντα να κάνει παρατηρήσεις και να φωνάζει κι εγώ να τον φοβάμαι όπως όλοι που χαμηλώνουν κάθε φορά τα μάτια.
Χριστός Ανέστη και τα μάτια μου έσταζαν και η παγωνιά είχε διαπεράσει το δέρμα μου και είχε φτάσει στα κόκκαλα μου και σκεφτόμουν πως η μαμά δεν θα άντεχε που έχει σπασμένο το σπόνδυλο της και όλες αυτές οι κυρίες που εβδομάδες τώρα καθάριζαν τα σπίτια τους χωρίς ξεκούραση και οι αγρότες, αφού οι περισσότεροι είναι αγρότες στο χωριό και όλοι που κάνουν τη καθημερινή τους πάλη, μικρή μεγάλη, στο προαύλιο Χριστός Ανέστη αναμειγμένα με παρατηρήσεις και φωνές, να άντεχαν?
Χριστός Ανέστη τελευταίο και φιλιά κι αγκαλιές οι χωριανοί, φιλιά κι ευχές οι φίλοι και τα μάτια μου ποτάμι έσταζαν και ήξερα το γιατί μα πάλευα να μην ξέρω, πάλευα να χαμογελάσω, πάλευα να δώσω εντολή στα πόδια μου να σηκωθούμε και να φύγουμε και μηχανικά υπάκουα και σκεφτόμουν πως έτσι μάλλον κέρδιζα την πάλη μου και κατέληξα πως τελικά όλα είναι πάλη. Μια βάναυση πάλη και μια ατέρμονη πάλη, μια πάλη για τη νίκη που πρέπει να πετύχεις, μια πάλη τουλάχιστον για ένα ξεκάθαρο αποτέλεσμα, να ξέρεις τώρα έχασες γι' αυτό και κλαίς, τώρα κέρδισες γι' αυτό και χαμογελάς μα όταν κλαίς και χαμογελάς μαζί και δεν ξέρεις και νιώθεις προδομένος απο τα συναισθήματα κι απο τη δύναμη και απο τις αντοχές σου και σου 'ρχονται τότε στο μυαλό όλες οι προδοσίες που βίωσες και ο πιο μεγάλος προδότης στη ζωή σου και -Θέ μου- είναι αυτός και κλαίς.
Κυριακή του Πάσχα και να κλαίς?