Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

1/13

Την αγάπησα την καθημερινότητα μου. Έτσι, που 'ναι κάθε μέρα ίδια με την άλλη, που'ναι χωρίς ευθύνες σημαντικές και στόχους και είναι άδεια αλλά και που πάλι δεν είναι άδεια. Έμαθα να την αγαπώ και να την απολαμβάνω. Την γέμισα με ανθρώπους μόνους, τους μαζεύω, τους στοιχίζω, τους μετρώ και κάθε μέρα είναι πιο πολλοί. Είμαστε πολλοί μόνοι, χαμογελώ και δεν είμαστε πια μόνοι. Μάλλον είναι αυτή η μοίρα μας. Ας την αποδεχτούμε.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Του Μάη


Άσχετο, αλλά αυτό που ονειρευόμουν στη ζωή μου ήταν το βόλεμα. Μα είναι  λες και κάποιος ακούει  τους πιο βαθιούς μου πόθους και κάνει τα πάντα για να μην πραγματωθούν. 
 Αν όμως πια  κάτι  μπορώ με βεβαιότητα να πω, είναι πως είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Σιγουρεύομαι κάθε που βρίσκονται πράγματα και άνθρωποι  που κάνουν την ανάσα μου να κόβεται, τις φλέβες να πάλλονται, το μυαλό να γυρνάει.  
;)

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Βόλτα

Αυτό που παρατήρησα να αλλάζει μέσα μου τους τελευταίους μήνες είναι μια φυσική απέχθεια που μου δημιουργεί πια οτιδήποτε γλυκανάλατο συναισθηματικό. Μάλλον γι' αυτό δεν γράφω κιόλας.
Εκπαίδευσα τον εαυτό μου να μην πολύ σκέφτεται τα πράγματα, να μην συνδέεται με ανθρώπους και καταστάσεις και να τα παίρνει όλα όπως έρχονται.
Είμαι πιο χαρούμενη έτσι. 
  
Τελικά, δεν είναι άσχημα που είμαι μόνη.
Απόγευμα στο χωριό.

Βόλτα<ιταλική volta "στροφή"

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Προχωρώντας

Από τον Οκτώβρη είμαι άρρωστη. Δε θέλω να παραπονιέμαι πως κουράστηκα κι αυτά, αλλά όσο να 'ναι το αστείο παρατράβηξε. Ουρές αναμονής, εξετάσεις, λεφτά, τρίχες κατσαρές. Έβαλα και κιλά. Λέω πως τα έβαλα από τις κορτιζόνες, ψέμα, το μόνο που κάνω είναι να τρώω. Ο ψυχολόγος είπε το βασικό μου πρόβλημα είναι πως δεν έχω πάθος για τίποτε. Πόσο λάθος, ας πούμε για το φαΐ μια χαρά παθιάζομαι. Και για εκείνον. Μπορεί όμως και όχι. Αν παθιαζόμουν τόσο θα έλεγα κάτι. Υποσχέθηκα όμως στον εαυτό μου ότι ποτέ ξανά δε θα κάνω πρώτη κίνηση και δε θα δείξω τίποτε σε κανέναν. Και κάνω πως δε μ' ενδιαφέρει. Και το κάνω καλά. Κατά τα άλλα οι μέρες κυλούν αδιάφορα στο Costa, στο Beanery και στο Se7en, κάτω από σόμπες αλογόνου με καφέδες ντεκαφεινέ και όποιον βρω εύκαιρο για παρέα.

Για φέτος έχω μόνο σάρκινες επιθυμίες. Να γίνω καλά, να χάσω κιλά και να κάνω πολύ και άγριο σεξ.
Τα ίδια επιθυμώ και δια εσάς.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Περιμένοντας το Σάββα

Τώρα που όλοι μου οι γνωστοί και φίλοι έχουν γκομενιαστεί και έμεινα η μόνη single σε αυτό τον πλανήτη -τι εννοείς δεν είμαι η μόνη, εγώ γιατί δε γνωρίζω άλλον- και επειδή πλησιάζουν τα Χριστούγεννα και η ευτυχία είναι πολλή, καταλαβαίνεις -ευτυχώς είναι και η παγκόσμια οικονομική κρίση- πήρα να κλείσω ραντεβού σε έναν ψυχολόγο - υπνωτιστή. Και είμαι σε αναμονή. Περιμένω να δω πότε θα βρει να με βάλει γιατί είναι λέει γεμάτος και ως τότε δε σκέφτομαι και δεν αναλύω, γιατί έχω πιστέψει πως άμα πάω σε αυτόν θα μου διώξει τη θλίψη. Κι έτσι ησύχασα. 

Οι μέρες μου εξάλλου είναι παλαβές. Ό,τι μπορεί να πάει στραβά πηγαίνει. Σκέψου πως είχα συνέντευξη για μια θέση στην κυβέρνηση, την οποία περίμενα δεν μπορείς να φανταστείς πόσο και ξαφνικά την προηγούμενη αρρωσταίνω, λιποθυμώ συνέχεια και μέχρι τις 6 το πρωί είμαι πρώτες βοήθειες με ορούς, στις 10.00 έδωσα -λέμε τώρα- τη συνέντευξη που απλά σαν μαστουρωμένο έκανα υπερπροσπάθεια να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά. Γι' αυτό σου λέω και φάντασμα να εμφανιστεί από την πόρτα αυτή τη στιγμή, δε θα μου φανεί παράξενο.  

Κατά τα άλλα αυτό το μήνα σιγουρεύτηκα πως σαν την υγεία δεν έχει, αυτό το χρώμα στα μαλλιά δε μου πηγαίνει, τα καινούρια μου ankle boots από το topshop δεν έχουν λάθος, όταν χτίζεις σπίτι μην συνεργάζεσαι με γνωστούς και φίλους, αγαπώ τα παιδιά μου στο σχολείο, λατρεύω Τσαρλς Μπουκοβσκι.
Tο αγόρι με τα τατουάζ εξαφανίστηκε. Πρωτότυπο θα μου πεις, αλλά δε γαμιέται, εγώ θα πάω σε ψυχολόγο. 

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Όλα είναι εντάξει

 Έχω κλείσει το κινητό για να μην περιμένω αγχωμένη να πάρει, ενώ ξέρω χίλια τοις εκατό πως δε θα το κάνει. Βλέπεις τον παραλογισμό, έτσι? Κι εγώ τον βλέπω. Αλλά επιμένω να έχω κλειστό το κινητό, μόνο και μόνο για να μην κάθομαι να περιμένω μάταια. 

Νομίζω χειρότερο δεν έχω. Να περιμένω αν, και τι, και πότε. Γι΄αυτό εγώ είμαι πάντα ξεκάθαρη. Γουστάρω. Γουστάρεις? Κάθεται και μου λέει ασυνάρτητες αερολογίες. Για κάτι κουμπιά που έχω να βρω, για τρόπους να αποσπάσω την προσοχή του, για τον τρόπο σκέψης μου που πρέπει να αλλάξει. Μαλακίες. Πού ξανακούστηκε αυτό. Να μου δίνει οδηγίες πώς να τον κατακτήσω. Και γιατί εγώ να πρέπει να μπω σε αυτή τη διαδικασία. Δε θέλω να μπω σε αυτή τη διαδικασία. Ούτε να κάθομαι να περιμένω να με πάρει κανένας τηλέφωνο θέλω, ούτε να στεναχωριέμαι που δεν το κάνει, ούτε που δεν μπορώ να συγκεντρωθώ πουθενά, ούτε που δε σκέφτομαι τίποτε άλλο, ούτε όλες αυτές τις πεταλούδες στο στομάχι θέλω. Θέλω την ησυχία μου.  

Σε πέντε μέρες -το πολύ- θα είμαι εντάξει.

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Παρασκευή βράδυ

Από το φεγγάρι λείπει το μισό, ο αέρας μυρίζει γιασεμί και στο βάθος ακούγονται τραγούδια από το σωματείο της Ομόνοιας. Στο χωριό πάντα. Παρασκευή βράδυ και δεν βρήκα καθόλου όρεξη και διάθεση να κουνηθώ από αυτή την αυλή. Μετά απορώ γιατί νοιώθω τόσο μόνη. Κι όμως αν ένα πράγμα υπόσχομαι κάθε μέρα στον εαυτό μου είναι να κάνω τα πάντα για να είμαι ευτυχισμένη. Και είναι έτσι κάποιες μέρες που είμαι, επειδή απλά οδηγώ γρήγορα στον αυτοκινητόδρομο κι ακούω μουσική που μ αρέσει. Και είναι όμως και κάποιες άλλες που δεν βρίσκω λόγο, γιατί τίποτε δεν έχει σημασία, τίποτε δεν έχω να θυμάμαι και κυρίως τίποτε να περιμένω. Ε σήμερα είναι από τις δεύτερες.
Αλλά επειδή παρατηρώ τον εαυτό μου τον τελευταίο καιρό να μεταμορφώνεται σε έναν άλλον άνθρωπο, που καθόλου δε μου μοιάζει και καθόλου δεν ξέρω, προσπαθώ με όλη μου τη δύναμη να μη σκέφτομαι τίποτε. Δε θέλω να σκέφτομαι τίποτε. Θέλω να μείνω εδώ καθισμένη, να καπνίζω και να βλέπω στο κενό. Γίνεται? 

Ευτυχισμένη γίνομαι άλλη μέρα.

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

7/11

Η τραγωδία ήρθε και με βρήκε στο δωμάτιο 301 ενός μπουτίκ ξενοδοχείου στο Βερολίνο. Είχα ήδη περάσει 5 μέρες, 5 μέρες όπου χαλάρωσα, γύρισα, ονειρεύτηκα και δεν ξέρω πώς, μα ένοιωθα πως ένα τεράστιο βάρος έφυγε από πάνω μου κι ο κόσμος τελικά είναι πολύ απλός και μάλλον πρέπει να είμαι ευτυχισμένη και ήμουν εκείνες τις μέρες και έτσι μου άρεσαν όλα και όλα μου φαίνονταν μαγικά, μοναδικά και υπέρλαμπρα. 
Το πρωί εκείνο ξύπνησα και ετοιμαζόμουν, με λίγο περισσότερο ζήλο από όσο θα έπρεπε σε έναν τουρίστα, μα πέτυχα το fashion week  του Βερολίνου και ένοιωθα λες και ήμουν στο παράδεισο, με είχαν σταματήσει και την προηγούμενη κάτι fashion bloggers και μου φωτογράφιζαν τα παπούτσια και έκανα απίστευτες χαρούλες και γενικά ήμουν σε μια κατάσταση έκστασης και αποχαύνωσης κι όσο ήμουν σε εκείνη την κατάσταση είχα κι έπαιζε από πίσω το bbc, δεν έδινα σημασία τι έλεγε, μα ξαφνικά γύρισα τα μάτια μου στην τηλεόραση και βλέπω κάτι πυροσβεστικά και διαβάζω πυροσβεστική υπηρεσία Κύπρου και βλέπω και κάτι συντρίμμια που αποκλείεται να είναι Κύπρος μα και κάτι πινακίδες ΑΗΚ και μάλλον είναι Κύπρος, μα πώς γίνεται να είναι Κύπρος, να μην καταλαβαίνω τι μου γίνεται και να μην προσπαθώ να καταλάβω κιόλας αλλά να κρατώ μια βούρτσα και να γυρίζω στα δωμάτια του ξενοδοχείου να χτυπώ τις πόρτες των κοριτσιών και να φωνάζω πανικόβλητη καίγεται η Κύπρος, καίγεται η Κύπρος.. Το επόμενο λεπτό ήμασταν όλες με ένα τηλέφωνο στο χέρι, η μάνα μου μου έλεγε είναι σαν τον πόλεμο, ο πατέρας μου χτυπιόταν πώς εκάτσαμε πάνω για χρόνια και εμείς εμείναμε εκεί παγωμένες κι άφωνες. 
Κι εκεί τελείωσε και η χαρά των διακοπών. Όσο χάρηκα, χάρηκα, το βάρος, η αγωνία, το άγχος σε μέγεθος πανικού επέστρεψαν μέσα μου κι αυτή ήταν και η ψυχολογική μου κατάσταση τις επόμενες 5 μέρες που έμεινα ακόμη στο Βερολίνο. Το οποίο το βρήκα απίστευτα όμορφο, με τους πιο ευγενικούς και καλούς ανθρώπους που συνάντησα ποτέ στη ζωή μου και με τους πιο όμορφους και ψηλούς άντρες που είχα φανταστεί ποτέ μου (είναι Αρια φυλή φίλε μου, ναι).

Και μετά από αυτό εγώ έπρεπε να επιστρέψω πίσω. Κι επέστρεψα. Διακοπές ρεύματος, 2 και 3 μέρες χωρίς νερό, συζητήσεις πανικού με τον κόσμο που επηρεάζεται άμεσα, τσακωμοί για το ποιός φταίει και είναι και αυτή η αναθεματισμένη ζέστη που τα κάνει όλα μα όλα ακόμα πιο άσχημα. Και ύστερα είναι και το θανατικό. Αυτοί που χάθηκαν έτσι, η μάνα του έρωτα της ζωής μου και η γιαγιούλα μου. Κλάψαμε και μαυροφορέσαμε όλοι αυτόν τον Ιούλη, έτσι μην έχει κανείς παράπονο.

Αυτό μου είπε κι αυτός όταν τυχαία τον είδα στο σουπερμάρκετ προχθές." Όλο άσχημα ακούω, δεν γίνεται αυτό". Μα εγώ ήμουν ευτυχισμένη εκείνη την στιγμή, είχα χωθεί μέσα στην αγκαλιά του και τον έσφιγγα όσο πιο πολύ μπορούσα κι ευχόμουν να σταματήσει ο κόσμος εκείνη τη στιγμή, εκείνη τη στιγμή να σταματούσε να γυρίζει η γη! 

Μα δε σταμάτησε.

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Κρόσια

Έχω ένα μόνιμο συναίσθημα δυσφορίας. Εκνευρισμού. Και από την άλλη δεν είμαι σίγουρη γι' αυτό. Για το τι ακριβώς νοιώθω. Κι εκνευρίζομαι ακόμη περισσότερο. Συμπεριφέρομαι άσχημα και απότομα. Νοιώθω τύψεις μα δε μπορώ να το αλλάξω. Θυμώνω. Ξέρω. Η ζωή χωρίς ζωή.

Βγήκα πολύ αυτό το διάστημα. Νοιώθω σα να υπήρξα πανταχού παρούσα. Καφέδες τα απογεύματα, ποτά τα βράδια, θάλασσες τα σαββατοκύριακα, μουσικές και θέατρα, χοροί και γέλια και γνωριμίες και ανταλλαγές τηλεφώνων. Είμαι παραπλανητικός άνθρωπος. Ξέρω. Περιμένω να συμβεί κάτι. Δεν ξέρω τι. Και δε συμβαίνει. Και τα νεύρα κρόσια.

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

"Και τα νταούλια να παίζουν Γιες"

Αυτές τις μέρες δούλεψα τόσο όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Χτύπησα κάτι 15ωρα ασταμάτητα που σήμερα δε μπορούσα -πραγματικά μου ήταν α δύ να το- να κουνηθώ από το κρεβάτι. Τα αυτιά και η μύτη  έκλεισαν, τα μάτια είναι  υγρά, τα κόκκαλα δεν κινούνται και το κεφάλι πρέπει να ζυγίζει 300 κιλά. Σκέψου πως λυπούμαι με. Δε μου ξανάτυχε να λυπούμαι τον εαυτό μου. Είμαι κρίμα. Μαζί με τη φριχτή διαπίστωση που έκανα τις τελευταίες μέρες στη δουλειά, είμαι ακόμα πιο κρίμα. Ο κόσμος είναι ζευγάρια. Ναι. Τα έβλεπα να περνούν από μπροστά μου, ζευγάρια, ζευγάρια, ζευγάρια, ζευγάρια. Πολλά ζευγάρια. Νεαρά ζευγάρια, μεγάλα ζευγάρια, όμορφα ζευγάρια, άσχημα ζευγάρια, ταιριαστά ζευγάρια, αταίριαστα ζευγάρια. Κι εγώ καθόμουν μόνη μου. Τα έβλεπα να πηγαίνουν πάνω κάτω, πάνω κάτω, πάνω κάτω. Πολλή ευτυχία. Ετρόμαξα πραγματικά. Νομίζω πρώτη φορά. Αφού επήρα τηλέφωνο την Αιμιλία "Αιμιλιάααααα ο κόσμος είναι ζευγάρια!!! Το κατάλαβες αυτό??!!". Μου απάντησε ένα σκέτο "Υγεία". Ναι, ναι ψέλλισα μα σκέφτηκα πως εγώ είναι σύντροφο που θέλω και την επόμενη μέρα, έτσι για να μάθω, δεν έχω ούτε σύντροφο ούτε υγεία!

Αυτές τις μέρες λοιπόν που εδούλευα μέσα στον κόσμο αλλά μόνη μου, βρήκα το χρόνο να σκεφτώ πολύ. Χωρίς βέβαια να καταφέρω να βρω μια άκρη ή να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά για να καταλάβω τι γίνεται.Μα εσκέφτηκα πολύ. Κοίτα πως πάει το πράμα. Ένα παράδειγμα και ένα γεγονός. Την Παρασκευή στη δουλειά καθίσαμε με τις 2 μου συναδέρφισσες να δούμε το γάμο του Γουίλιαμ. Και σχολίασα κι εγώ αυτό που το χει πει και ο κώλος μου αυτές τις μέρες, "Ξέρεις Ρούλα με τον Γουίλιαμ εγεννηθήκαμε την ίδια μέρα, ίδιο μήνα, ίδια χρονιά" "Κόρη! Μα είσαι 30 χρονών και δεν επαντρεύτηκες ακόμα?! Τέλειωνε! Κάνε κάτι!" Εχαμήλωσα κι εγώ τα μάτια, είπα πως δεν έχουμε κλείσει τα 29, ούτε που έδωσε σημασία, μου είπε για τα χρόνια που πάνε κα πρέπει να τελειώνω. Και το γεγονός. Νοιώθω πως η μάνα μου μισά με, εντάξει μπορεί να μην είναι αυτό το συναίσθημα αλλά δεν ξέρω πως αλλιώς να το πω, που δεν έχω παντρευτεί ακόμα ή που δεν έχω μια σχέση που θα μπορούσε να οδηγήσει προς τα εκεί τέλος πάντων. Δε μου το αναφέρει όπως κάνει μια φυσιολογική μάνα, φωνάζει μου , καταλαβαίνεις, κατεβάζει τα μούτρα της και μου συμπεριφέρεται άσχημα κι. ο,τι συζήτηση και να ανοίξεις, ό,τι άσχετο και να αναφέρεις όλα οδηγούν εκεί, όλα όμως. Για όλα φταίει που δεν έχω εγώ παντρευτεί. Δεν ξέρω αν το ξέρεις αλλά και για την καταστροφή του περιβάλλοντος φταίω που δεν έχω παντρευτεί. Σίγουρα η μάνα μου μπορεί να στο αποδείξει.

Εγώ που λες δεν ονειρεύτηκα ποτέ γάμους και παιδιά. Δεν ξέρω γιατί, ούτε νυφικά σαν παιδάκι, ούτε άμαξες, ουτε κολοκύθες. Ονειρευόμουν πάντα να είχα έναν καλό σύντροφο και μια καλή δουλειά. που κανένα βέβαια από τα δυο δεν έχω, αλλά αυτά τέλος πάντως ήταν τα όνειρά μου. Και τώρα στα σχεδόν 29 μου πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πως πρέπει, (πρέπει?!) να παντρευτώ. Ξέρεις πως μια μέρα επήγα στο υπουργείο και ερώτησε με ένας ηλίθιος αν είμαι παντρεμένη και όταν είπα πως είμαι ελεύθερη γυρίζει και μου λέει "Γιατί, δε σε θέλουν?"! 

Κι έτσι εσυγχίσαν με. Τα πρέπει και τα θέλω. Γι αυτό νομίζω και δεν κάνω σχέσεις πια. Νομίζω πως δεν έχω την χαλαρότητα του ας δοκιμάσουμε κι αν μας βγει. Νοιώθω πως δεν έχω το χρόνο γι αυτό. Πρέπει (πρέπει?!) να είμαι 1000 τοις εκατό σίγουρη πως είναι αυτός ο ένας. Και πως θα το καταλάβω αν είναι αυτός ο ένας. Εννοώ γιατί να είναι αυτός και να μην είναι ο παραδίπλα. Γιατί να είναι αυτός που ήρθε και μου έδωσε την κάρτα του να πάμε για ποτό την Κυριακή και να μην είναι εκείνος που με έβλεπε το Σάββατο. Πώς να στο εξηγήσω, μου φαίνονται όλοι το ίδιο, αν ήθελα σχέση για τη σχέση δε θα ήμουν μόνη μου, αλλά δεν πρέπει να είναι κάτι ξεχωριστό, δεν πρέπει να είναι μαγικό? Υπάρχουν μαγικά και αν δεν υπάρχουν? Αν δεν υπάρξει ποτέ για μένα? Δεν ξέρω.. Και να σου πω και την αλήθεια αυτή τη στιγμή δε με νοιάζει κιόλας, έχω ένα κεφάλι που ζυγίζει 500 κιλά -είναι πιο βαρύ από πριν-, θα πιω ακόμα 2 νουροφεν να δούμε τι θα γίνει.

 

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Κύκλος


Σβήνω επαφή από κινητό και  facebook. Τελειώνουμε. Βλέπω σκηνές από την Ιαπωνία. Τελειώνουμε!

Μπουκιά δεν κατεβαίνει. Όχι μόνο υπάρχει Θεός αλλά μου το αποδεικνύει και κάθε άνοιξη που φτιάχνει την ψυχολογία μου έτσι για να μου κόβεται η όρεξη και να εμφανίζομαι στις παραλίες στιλάκι.

Κοιτώ τον εαυτό μου στον καθρέφτη και βλέπω μια ματιά που δεν είναι δική μου. Μια ματιά που δεν είναι ανθρώπινη. Δουλειά, δεύτερη δουλειά, φαί και ύπνος. Μηχανή.

Ομολογώ ήμουν σε πλήρη σύγχυση. Και ξαφνικά πυροτέχνημα ο Μικελλίδης. Παραδέξου την αξιοπρέπεια της μοναξιάς.

Το ξεπούλημα τελείωσε.

Αύριο θα ντυθώ καλοκαίρι!

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Άδειο ψυγείο

Ήπια τόσο πολύ που γύριζα στον κόσμο και ρωτούσα, θέλεις να σου πάρω πίπα? Κι έδινα και το τηλέφωνο μου. 

Αυτά είναι τα παιδιά μου. Κι αναρωτιέμαι πόσο να μεγάλωσα. Και κυρίως πότε! Αλλά να το ξέρεις. Δυσκολεύομαι απίστευτα να κάνω τη μεγάλη. Κι όλα αυτά τα "μεγαλίστικα" πράματα. 
Ψάχνω πάτωμα για το σπίτι μου. Έδωσα περιουσίες σε deco περιοδικά.  Μ΄αρεσει το μάρμαρο και να δεις που θα βάλω κεραμικό.

Με πονούν τα μάτια μου. Η οθόνη του υπολογιστή φταίει, βγάζει ένα φως, επειδή είναι τόσο αρχαία, που με διαλύει και γι αυτό προσπαθώ να την αποφεύγω. Έρχομαι δουλειά με περιοδικά και βιβλία παραμάσχαλα. Έτσι διαβάζω πολύ τελευταία. Λογοτεχνία που μου έλειψε. 
Και μια φορά την εβδομάδα βγαίνω με κάποιον. Χωρίς νόημα. Χάσιμο χρόνου, ενέργειας και χαρακτήρα. Να οδηγεί στο πουθενά. Αλλά είδα και τις προηγούμενες φορές που υπήρχε η προοπτική κι εγώ με μεγαλοφάνεια είχα τη  λογική κανονικής γυναίκας..

Γενικά περνώ καλά. Δεν περιμένω τίποτα από πουθενά και κανένα. Προσπαθώ να απολαμβάνω κάθε στιγμή. Νομίζω το πετυχαίνω. 

 

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Από δω


Κρατάς μυστικά κι από ανθρώπους που δεν πρέπει και το φέρεις βαρέως. Ηλίθιες δικαιολογίες για ελαφρυντικά. Βαριέσαι την κριτική, τις υποδείξεις, το μουρμουρητό και στο κάτω κάτω δεν κάνεις κακό σε κανένα. Μόνο σε σένα. Κι αναλαμβάνεις την ευθύνη. Αργότερα όμως. Τώρα μπουκώνεις κάθε προσπάθεια σκέψης, δε θέλεις να σκέφτεσαι τίποτα απολύτως όμως, σφυρίζεις αδιάφορα και κάνεις τα πάντα για να μην δίνεις σημασία. Θα στο πω όπως το είπε η Μαλβίνα. Όμορφα το είπε. Έτσι θα το χρησιμοποιήσω όταν έρθει η ώρα. Επιχείρημα. "Δεν είμαι όμορφη, δεν είμαι πιτσιρίκα, αλλά δεν έπιασα και κανένα από το λαιμό. Όποιος με θέλει. Προτιμώ κάποιον που με θέλει για δυο χρόνια και με παρατάει, παρά την ασφάλεια κάποιου που θα μου κάτσει γιατί δεν έχει πουθενά να πάει."

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

"φλου, φίλε μου όλα είναι φλου"

Τον τελευταίο καιρό νοιώθω πως όλη μου η ζωή κρέμεται από μια κλωστή. Είναι δηλαδή όλα τόσο στο όριο που χρειάζομαι μια μόνο ακόμα αναποδιά για να ανατιναχθούν όλα. Και είμαι πιο σίγουρη γι΄αυτή την αναποδιά παρά για οτιδήποτε άλλο.
  
Μέχρι τότε τριγυρνώ στη πόλη. Πίνω καφέδες κάτω από στολισμένα δέντρα, περπατώ σε δρόμους διακοσμημένους με τεράστια αστέρια κι οδηγώ κάτω από μπαλκόνια γεμάτα με πολύχρωμα φωτάκια. Μερικές φορές σκέφτομαι κι εκείνον.
  
Βαρέθηκα κάθε φορά που πάω κάπου να εύχομαι να τον δω και ποτέ να μην τον βλέπω.  Βαρέθηκα να ψάχνω αφορμές για να περνώ έξω από τη δουλειά του και τίποτε να μην βρίσκω. Αν ήτανε να γινόταν κάτι θα γινόταν, οι από δω, κάνε κάτι οι από εκεί. Βαρέθηκα.
  
Ξαπλώνω κάτω απ΄τα παπλώματα. Ακούω μουσικές κι ονειρεύομαι.

Προχθές διάβαζα με τα παιδιά διαγώνισμα για την εφηβεία. Και κατάλαβα ένα πράγμα. Η δική μου εφηβεία δεν έχει τελειώσει ποτέ.
                                                                                                                                                                           

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

"Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός*"



Στη μέση του δρόμου πεσμένο ένα παιδάκι και μια γυναίκα να ουρλιάζει από πάνω του. Ουρές τα αυτοκίνητα. Νεύρα για την καθυστέρηση. Προσπεράσαμε βιαστικοί.


Νοέμβρης κι οι γείτονες κάνουν πάρτι στον ήλιο με κοντομάνικα. Αυτούς έχω θέα. Κι ένα χωράφι. Γι΄αυτό ζήλευα πάντα τα μέρη με θέα. Μέτα πήγα σ΄εκείνο το σπίτι πάνω στο ποτάμι*. Και με ξυπνούσαν οι γλάροι.

Φοβάμαι έτσι μην φταίω. Που ξέχασε να χειμωνιάσει. Γιατί τρόμαζα και δεν ήθελα. Να με ξυπνήσετε μετά τις γιορτές, έλεγα. Κι έκανε καλοκαίρι. Με άρωμα μανταρίνι.

Μπουκάλια κρασιού. "Ελλείψει τύχης και διαθέσεως*", Χριστέ μου , κάνε να μην ξυπνήσω πριν τις γιορτές.

[*1 Σεφέρης, *2 Το συγκεκριμένο ποτάμι, φώτο David John Harris *3 Δημουλά]

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Σε μένα

Μη θλίβεσαι.
Απογοητεύσου ήσυχα.
΄Ηρεμα δέξου να κοιτάς σταματημένο το ρολόι.
Λογικά απελπίσου πώς δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
Κι αν αίφνης τύχει να σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μη ρηψοκινδυνέψεις να χαρείς.
Η κίνηση αυτή δεν θα' ναι χρόνος.
Θα 'ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή, νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα.
Για ένα μήπως τ' άνοιξες.
Kι αυτοξεχάσου εύχαρις.
'Ο,τι είχες να πείς,
για τα φθινόπωρα τα κύκνεια,
τις μνήμες, υδρορρoές των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων τη φερεγγυότητα,
ό,τι είχες να πεις
γι' ανθρώπους που σιγά σιγά λυγίζουν,
το είπες.

Κική Δημουλά




Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

"Κι όλο τρέχω"

Εντάξει δεν υπήρξα ποτέ καλή στον προγραμματισμό. Αλλά πόσο νου χρειάζεται για να καταλάβει κανείς πως άμα τελειώνει μια δουλειά στις 2.30 δεν μπορεί αυτόματα να ξεκινά μιαν άλλη που έχει και απόσταση 20 λεπτά δρόμο. Τέλος πάντων εγώ δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, έτσι τα κανόνισα. Νιώθω σαν την τρελή του χωριού. Κάνω πράματα που δεν είμαι συνηθισμένη. Έχει αλλάξει η ζωή μου άρδην κι νιώθω παντελώς χαμένη.
Το σπίτι μου το έχω μετακομίσει μέσα στο αυτοκίνητο, ό,τι βιβλίο θες έχει μέσα, ό,τι ρούχο φανταστείς, θες να βγεις, θες να πας να γυμναστείς, να πας δουλειά και τι παπούτσι να βάλεις, θες φλατ, αθλητικό, γόβες στιλέτο όλα τα χει, πεταμένα μπρος πίσω, μα όλα τα χει.
Τρώω μέσα στο αυτοκίνητο καταλαβαίνεις? Τα ταπεράκια μιας βδομάδας, ποτήρια, μπουκαλάκια με νερό και απορώ, κανείς δεν σκέφτηκε να βάλει μια ντουζιέρα μέσα στο αυτοκίνητο, μια βιβλιοθήκη, ένα κρεβάτι, ένα μάτι, ένα κάτι τέλος πάντων.
Θα σου πω επίσης πως εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν είχα πονοκέφαλο. Πονοκέφαλο είχα μόνο, μα μόνο, αν έκλαιγα πολύ και την μέρα που βλέπω περίοδο και έχει δύο βδομάδες στα διαλείμματα της δεύτερης δουλειάς που τρέχω και πίνω πανατολ, που μπάη δε γουέη εγώ χάπια δεν πίνω.
Και όταν εσύ συζητάς για το Νησί, για την Ελένη την πόρνη και το Μάστερ Σεφ, δεν καταλαβαίνω τι λες γιατί εγώ κοιμάμαι, η ώρα 8.01 βλέπω όνειρο, δεν αντέχω να μείνω παραπάνω.
Ζω ένα δράμα δηλαδής και προσπαθώ να με πείσω πως δε θα είναι έτσι τα πράγματα, απλά χρειάζομαι χρόνο να συνηθίσω. Γι αυτό που λες εχάθην από όλους και όλα, μα πάνω απ όλα από μένα. Είναι κάτι βράδια που οδηγώντας για το χωριό αντιλαμβάνομαι πως όλη μέρα δεν ηρέμησα ούτε λεπτό, όλο έτρεχα, δεν έκανα ούτε μια σκέψη για μένα και παλαβώνω.
Βέβαια τίποτα απ όλα αυτά δε θα χε σημασία αν γυρνώντας στο σπίτι με περίμενε μια αγκαλιά. Τότε όλα θα ήταν όμορφα. Θα ήταν ο κόσμος υποφερτός που λέει και η Σώτη, που τώρα τελευταία όλο και συμφωνώ μαζί της.
Ξέρεις τι άλλο λέει?
Το πόσο αισθάνεσαι είναι το ακριβές μέτρο του πόσο ζωντανός είσαι.



Μόνο τρέχω.
Δεν αισθάνομαι τίποτα. 
          


Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Για φαντάσου..

Ήμουν κι εγώ σ΄εκείνες τις εξετάσεις το Σάββατο. Εκείνες που το βράδυ έγιναν πρώτο θέμα στις ειδήσεις για διαρροή των θεμάτων? Εκείνες.  Φόρεσα μια καμπαρτίνα, τυλίχτηκα ένα σάλι, έβαλα ένα καπέλο και γυαλιά ηλίου - μη με αναγνωρίσει κανείς μαθητής μου- και πήγα να δώσω εξετάσεις. Στην τάξη ήμουν εγώ και κάτι εικοσάχρονα αγοράκια κι εκεί που έπαιρνα ανάσα ανακούφισης πως κανείς δε με ξέρει μπαίνει η επιτηρήτρια. Και σκέφτομαι πως οι αμαρτίες που πληρώνω σε αυτή τη ζωή πρέπει να είναι πάρα πολλές.

Θωρεί με κι ενθουσιάζεται. Ελένη?! Δε θέλω να είμαι κακιά. Και προσπαθώ και δηλαδή να δείξω ευσπλαχνία, κατανόηση κάτι τέλος πάντων. Πώς να το θέσω κομψά. Η επιτηρήτρια ήταν συμμαθήτριά μου και δεν την λες και τέρας ευφυίας, κατ' ακρίβεια ήταν η πιο κουσβισσα της τάξης. [Δεν είμαι στ αλήθεια κακιά! Αυτή ήταν κούσβισσα!]

Ελένη έγραψες? Ειλικρινά ένιωθα πως έπιανε το τσεκούρι κι εδία μου πουπάνω. Σ όλη τη διάρκεια των εξετάσεων φανταζόμουν να πετάω τη ρίγα με τόση δύναμη και να την αποκεφαλίζω. Να αρπάζω το μπουκάλι με το νερό και να της το ρίχνω πάνω στο κεφάλι. Να πετάω μαζί μ΄ όλη την τάξη τα γραπτά και να κάνουμε όργια και η συμμαθήτρια να παρακολουθεί αποσβολωμένη  (ομολογώ πως αυτό το σκέφτηκα πιο πολλές φορές από τα προηγούμενα). Τι εφιάλτης ήταν αυτός Θε μου, άσε μου δεν εσταύρωσα άσκηση στα μαθηματικά, μα τι μαθηματικά(?!), έχει 10 χρόνια να δω μπροστά μου κι ετέλειωσα κλασικό και είμαι και φιλολόγα. Και πέφτω και κοιμάμαι και ξυπνώ, άλφα, για να δω στις ειδήσεις πως τα θέματα είχαν διαρρεύσει και βήτα, να διαβάσω αυτό http://silvia-praxitelous.blogspot.com/2010/09/blog-post_22.html .

Μετά μου τραγούδησα περιχαρής.

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

"γράψ' ένα σύνθημα στο ασανσέρ"


Αφού εδιάβασα τα σχόλια και τα emails των περασμένων αναρτήσεων [απολογούμαι που δεν απαντώ, μα άμα με παρηγορούν δεν ξέρω τι να λέω κι ευχαριστώ και πάαααρα πολύ για τα emails, πήρα πολλά κι εσυγκινήθηκα ακόμα πιο πολλά, με βοήθησαν πολύ] έκανα ψυχολογικές αναλύσεις ωρών με τους φίλους μου, μίλησα ώρες στα τηλέφωνα, αποφάσισα να πάω σε ψυχολόγο και το ξεαποφάσισα, είδα γενικά κι απόειδα, είπα φτάνει Ελένη μου, δεν πειράζει που είναι Σεπτέμβρης και είσαι πάλι στο πουθενά. Υγεία! Τέρμα η μιζέρια. Κανεί! Ναι? Ναι!

Επίσης επηρεάστηκα πολύ από μια κουβέντα που μου πε η Δέσπω. Άμα, είπε, είσαι μίζερος την εκπέμπεις αυτή την μιζέρια και κυρίως την ελκύεις, γι αυτό πάνε όλα στραβά κι ανάποδα. Ωραία, είπα κι εγώ κι αποφάσισα να σκέφτομαι αισιόδοξα. Η Έλενα επίσης μου είπε πως άμα θέλω κάτι πολύ να σκέφτομαι πάντα πως θα το πετύχω, να μη λέω δλδ αν πετύχω, να λέω θα πετύχω για να παίρνει τα μηνύματα μου το σύμπαν. Ωραία είπα πάλι εγώ κι αποφάσισα να σκέφτομαι και θετικά. Ναι. Υγεία λοιπόν κι όλα θα πάνε καλά. Πολλή ευτυχία λοιπόν έτσι ξαφνικά, άνευ λόγου κι αιτίας.

Επίσης εμένα μου άρεσε ένα αγόρι. Ο Γιάννης. (Το γεγονός ότι χρησιμοποιώ όλων τα αληθινά ονόματα πόσο τρομερό να είναι). Τον είδα πρώτη φορά σε μια γιορτή της δουλειάς. Από μακριά κι απλά σκέφτηκα πόσο τέλειος είναι. Αυτό. Τον ξαναείδα μετά από 2 μήνες στον οργανισμό που δουλεύει, πέρασα έξω από το γραφείο του κι απλά σκέφτηκα πόσο τέλειος είναι. Αυτό. Τρίτη και τελευταία φορά τον είδα πριν λίγο καιρό που μπήκα στο γραφείο του για να κανονίσω κάτι δουλειές με τον προιστάμενο του. Δεν εκατάφερα να κλείσω το στόμα μου. Σκεφτόμουν πόσο τέλειος είναι. Έμεινα καρφωμένη πάνω του, το στόμα μου επίσης έμεινε ανοιχτό, δεν ξέρω αν έτρεχαν και τα σάλια μου πάντως σίγουρα ίδρωσα κι έκανα μουστάκι. Προφανώς ο άνθρωπος αναρωτήθηκε ποιά είναι αυτή που με θωρεί έτσι, γύρισε και με ρώτησε αν είμαι συνάδελφος κι εγώ απάντησα με πολλή καθυστέρηση και τρεμάμενη φωνή πως δεν είμαι (πολύ θα ήθελα για να έπιανα τις λίρες που πιάνει) κι έτσι ιδρωμένη και κατακόκκινη πήρα τα κιτάπια μου κι επέστρεψα στην δουλειά μου. Κι έκανα μετά ένα τεράστιο αγώνα και πάνω από όλα ρεζίλικο αγώνα να μάθω ποιός είναι, πώς τον λένε επιτέλους, διότι σύμφωνα με τις θεωρίες της Έλενας (επιμένω να χρησιμοποιώ τα πραγματικά ονόματα όμως) πρέπει οι στόχοι να είναι συγκεκριμένοι, να ξέρεις ακριβώς τι θες, δεν πρέπει να λες, λέει, θέλω δουλειά, πρέπει να λες θέλω αυτήν την συγκεκριμένη δουλειά. Ναι? Ναι!

Σήμερα, έπρεπε να πάω στον οργανισμό που δουλεύει ο Γιάννης. Ξύπνησα το πρωί, εντύθηκα, εστολίστηκα, έβαλα το δωδεκάποντο, καθυστέρησα και μισή ώρα να πάω δουλειά λόγω του στολίσματος κι όλα αυτά, επαναλαμβάνω γιατί ήξερα πως θα πήγαινα στη δουλειά του Γιάννη. Η οποία δουλειά του Γιάννη μπορεί να εργοδοτεί και πάνω από 500 άτομα και τον Γιάννη επίσης έμαθα πως τον εμετάθεσαν σε άλλο τμήμα που έγώ πια δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συνεργαστώ, μα επήγαινα με βαθιά την πεποίθηση ότι θα έβλεπα τον Γιάννη. Του πούστη, σκεφτόμουν, στις ταινίες μέσα σε ολόκληρη Νέα Υόρκη και πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο κι εδώ ένας οργανισμός και δε θα τον δω κι έχω και την φιλοσοφία σύμμαχο και το σύμπαν και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο που δε συμμαζεύεται. Θα έβλεπα τον Γιάννη!

Και τα είδα όλα. Εκτός από τον Γιάννη. Βεβαίως-βεβαίως.

Ένας σιχαμερός, λοιπόν κύριος μου την έπεσε κανονικότατα, ο οποίος μπορούσε να ήταν παπάς μου. Εσυνέβαινε και δεν μπορούσα να το πιστέψω, δεν μπορούσα να καταλάβω πως εμπορούσε να το διανοηθεί ο γιαξ, ο αηδίας, δεν επίστευα στα αυτιά μου κι εγώ να ντρέπουμαι και να μην μπορώ να πω κάτι, όχι εμπορούσα αλλά hello είμαι εγώ, εγώ ποτέ δε μιλώ, απλά χαζογελώ, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ανακατευτήκαν τα στομάχια μου, με έφερε σε σημείο να του δώσω το τηλέφωνο μου τάχα να με βοηθήσει για κάτι στη δουλειά κι επέμενα δεν χρειάζεται θα τα βρω μόνη μου, όχι πες, πες μου μόλις μάθω να σου πω που είμαι μέσα στα πράματα. Γιαξ! Ήθελα μόνο να εξαφανιστώ. Τι μου έλεγε ο αηδίας!!! Shock. 

Εγώ σε ασανσέρ δεν μπαίνω κι επειδή κάτι γινόταν στις σκάλες, λέω θα μπω κι ας κλειστώ  εκεί μέσα ώσπου να πεθάνω (όχι δεν είμαι κλινικής μορφής, απλά έχω μερικές φοβίες, κλειστοφοβία, σκοταδοφοβία κι άλλες βέβαια και μερικές εμμονές που δεν είναι της ώρας), απλά όμως ήθελα να εξαφανιστώ. Και στέκομαι μπροστά στο ασανσέρ και δεν βρίσκω το κουμπί να το καλέσω. Λέω δεν γίνεται κάπου εδώ θα ναι. Σκανάρω όλο τον τοίχο, ξεκινώ από πάνω προς τα κάτω, σιγά-σιγά, πουθενά δεν βλέπω το κουμπί που καλείς το ασανσερ. Ορκίζομαι δεν υπήρχε πουθενά το κουμπί. Ορκίζομαι! Και τόσο ήθελα να εξαφανιστώ που περνούσε ένας νεαρός και του έκανα την κορυφαία ερώτηση." Ε. Αυτό δεν είναι ασανσέρ? "Ναι?!" "Εεεε. Και πώς το καλείς?" Ορκίζομαι, έκανα τέτοια ερώτηση. Και ήρθε και μου επάτησε το κουμπί, που ξαφνικά ήταν πάνω στον τοίχο και γιατί δεν το έβλεπα, ας μου πει κάποιος γιατί δεν το έβλεπα κι εξαφανίστηκε ο άνθρωπος κι ούτε που θέλω να ξέρω τι εσκέφτηκε για μένα.

Επέστρεψα στη δουλειά μου σοκαρισμένη, είπα ξανά τον πόνο μου, που τελειωμό δεν έχει - μα βλέπεις προσπαθώ- νευρίασαν  εκεί πέρα και θα πάρουν τηλέφωνο αύριο για παράπονο κι εγώ δε θέλω τίποτε άλλο, ούτε το Γιάννη θέλω, ούτε κανέναν άλλο. Γιαξ! Γιαξ όμως!     

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

Μπαμ

         Το κακό με το να είσαι άθρησκος είναι πως μέσα σου ξέρεις πως αυτοί που πρέπει να πληρώσουν για όσα κακά έχουν κάνει δε θα τιμωρηθούν ποτέ. Κι εσύ μένεις έτσι. Ανεξιλέωτος. Αυτό είναι που προσπαθώ να αποδεχτώ αυτές τις μέρες. Πονάει. Μα τα πράγματα έτσι έχουν. Έτσι μου δείχνουν τέλος πάντων.
         Και το χειρότερο. Δεν έχουνε συνείδηση. Όχι οι άθρησκοι, αυτοί που πρέπει να πληρώσουν. Γιατί εντάξει, να μείνεις ατιμώρητος, μέσα σου είσαι ήσυχος? Πώς κοιμάσαι τα βράδια? Είσαι ήσυχος?
Πολλά περιμένω μάλλον από τους ανθρώπους.


         Σήμερα ξύπνησα με μάτια πρησμένα τόσο που δύσκολα μπορώ να τα κρατήσω ανοιχτά. Και το κεφάλι μου πονάει τόσο που νομίζω θα εκραγεί. Θα κάνει μπαμ. Χαμόγελο. Κοιμήθηκα λίγο. Γύρισα 5 το ξημέρωμα. Έβγαλα σανδάλια, σωριάστηκα στο κρεβάτι έτσι ντυμένη και βαμμένη κι έβαλα τα κλάματα. Τέτοιες στιγμές είναι που θέλω να πεθάνω και κάνω μακάβριες σκέψεις και τέτοιες στιγμές κλαίω τόσο πολύ που δεν μπορώ να αναπνεύσω και νοιώθω να πνίγομαι και τέτοιες στιγμές μετά φοβάμαι τόσο πολύ που δε θέλω τίποτε άλλο παρά μόνο να ανασαίνω.


         Η μουσική σταμάτησε, τα φώτα άνοιξαν, οι σερβιτόροι βιαστικά μάζευαν τα ποτήρια από τις φωσφοριζέ γλάστρες, ο κόσμος εξαφανίστηκε. Κι εμείς μείναμε βουβές κι ακίνητες. Να φυσάμε καπνούς τα όνειρά μας. Από το ταβάνι κρέμονται παπαρούνες. Χαμόγελο.


  

         Αρνούμαι να αποδεχτώ το μη νόημα.